Με ταχύτερους ρυθμούς από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες επιδεινώνεται το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα, καθώς οι γεννήσεις έχουν μειωθεί δραματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ η τεκνοποίηση μετατίθεται ολοένα και σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνας Κοτζαμάνης, αποτυπώνουν μια βαθιά μεταβολή στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές των Ελλήνων, αλλά και τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις αποφάσεις των νέων ζευγαριών.
Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη είναι η κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων. Ενώ την περίοδο 2008-2009 καταγράφονταν κατά μέσο όρο 117.600 γεννήσεις ετησίως, το 2025-2026 ο αριθμός τους υπολογίζεται στις μόλις 65.000, γεγονός που μεταφράζεται σε μείωση της τάξης του 44%.
Την ίδια στιγμή, η μητρότητα μετατίθεται σταθερά σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε από τα περίπου 30 έτη το 2008-2009 στα 32,3 χρόνια το 2026, επιβεβαιώνοντας μια τάση που παρατηρείται εδώ και δεκαετίες.
Λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Η υποχώρηση των γεννήσεων δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι γυναίκες αποκτούν λιγότερα παιδιά. Καθοριστικό ρόλο παίζει και η συνεχής μείωση του αριθμού των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΔΕΜ, οι γυναίκες ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκαν κατά περίπου 480.000 άτομα μεταξύ του 2008 και του 2026, καταγράφοντας πτώση σχεδόν 28%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται αφενός με τη χαμηλή γεννητικότητα που καταγράφεται από τη δεκαετία του 1980 και αφετέρου με τη μαζική μετανάστευση της τελευταίας δεκαπενταετίας, κατά την οποία εγκατέλειψαν τη χώρα τόσο πολλοί νέοι Έλληνες όσο και σημαντικός αριθμός αλλοδαπών που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες.
Λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα
Παράλληλα, μειώνεται διαρκώς και ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι νεότερες γενιές γυναικών.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 αναμένεται να αποκτήσουν λιγότερα από 1,5.
Αντίστοιχα, ο συγχρονικός δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 1.500 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες την περίοδο 2008-2009 σε περίπου 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2025-2026.
Αυξάνονται οι γεννήσεις μετά τα 40
Η καθυστέρηση στην τεκνοποίηση αλλάζει αισθητά και την ηλικιακή κατανομή των γεννήσεων.
Σήμερα μόλις τρεις στις δέκα γεννήσεις προέρχονται από μητέρες κάτω των 30 ετών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε το 43% το 2008 και το 78% το 1980.
Αντίθετα, οι γεννήσεις από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί μέσα σε δύο δεκαετίες, φθάνοντας πλέον στο 11,2% του συνόλου, έναντι 4,5% το 2008 και μόλις 1,8% το 1980.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2008 έως σήμερα αύξηση των γεννήσεων καταγράφεται μόνο στις ηλικιακές ομάδες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ σε όλες τις νεότερες ηλικίες οι γεννήσεις μειώνονται σταθερά.
Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και καισαρικές
Οι αλλαγές αποτυπώνονται και σε άλλους δείκτες.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΔΕΜ, περίπου ένα στα δέκα παιδιά γεννιέται πλέον με τη βοήθεια υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ενώ σχεδόν τα δύο στα τρία γεννιούνται με καισαρική τομή.
Παράλληλα, οι γεννήσεις εκτός γάμου έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με πριν από είκοσι χρόνια, ενώ περίπου μία στις επτά γεννήσεις αφορά μητέρα αλλοδαπής καταγωγής.
Η Ελλάδα στις χειρότερες επιδόσεις της Ευρώπης
Η χώρα καταγράφει μία από τις πιο δυσμενείς δημογραφικές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όπως επισημαίνει ο Βύρωνας Κοτζαμάνης, η Ελλάδα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών κρατών, τόσο την περίοδο 1980-2008 όσο και μετά το 2008.
Παράλληλα, συγκαταλέγεται στις χώρες όπου η γονιμότητα μειώθηκε ταχύτερα από γενιά σε γενιά, ενώ η μέση ηλικία τεκνοποίησης αυξήθηκε περισσότερο από πέντε χρόνια μέσα σε μία τριακονταετία.
Οικονομική ανασφάλεια και στεγαστική κρίση
Ο καθηγητής αποδίδει την επιδείνωση του δημογραφικού σε έναν συνδυασμό κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων που επηρεάζουν σχεδόν όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η παρατεταμένη εκπαίδευση, η δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας, το υψηλό κόστος ανατροφής ενός παιδιού, η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία, οι έμφυλες ανισότητες και η μεταβολή του οικογενειακού μοντέλου οδηγούν όλο και περισσότερα ζευγάρια στην αναβολή ή ακόμη και στην εγκατάλειψη της απόφασης για απόκτηση παιδιών.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η μαζική μετανάστευση νέων ανθρώπων, η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων, η δυσκολία σταθερής επαγγελματικής αποκατάστασης και, τα τελευταία χρόνια, η έντονη στεγαστική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα ενίσχυσαν το αίσθημα ανασφάλειας των νεότερων γενεών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα και περισσότερα ζευγάρια καθυστερούν τη δημιουργία οικογένειας ή αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα αρχικά επιθυμούσαν, επιταχύνοντας τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας.