Σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή οικονομία αναζητά ένα νέο, πιο ανθεκτικό και στρατηγικά στοχευμένο μοντέλο ανάπτυξης, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων επαναπροσδιορίζεται δυναμικά. Όπως προκύπτει από τη συνέντευξη του αντιπροέδρου της, Γιάννης Τσακίρης, η Τράπεζα εγκαταλείπει σταδιακά τον παραδοσιακό της ρόλο ως παθητικός χρηματοδότης και εξελίσσεται σε ενεργό διαμορφωτή της επενδυτικής πραγματικότητας στην Ευρώπη.
Η μετατόπιση αυτή, όπως επισημαίνει, δεν αφορά απλώς την αύξηση των χρηματοδοτήσεων, αλλά μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας. Για δεκαετίες, η ΕΤΕπ λειτουργούσε κυρίως ως σταθεροποιητικός μηχανισμός, παρεμβαίνοντας όταν οι αγορές αδυνατούσαν να χρηματοδοτήσουν κρίσιμα έργα ή όταν οικονομίες βρίσκονταν υπό πίεση. Σήμερα, όμως, λειτουργεί ως επιταχυντής επενδύσεων, συμμετέχοντας ενεργά από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού έως την υλοποίηση. Μέσω συμβουλευτικών υπηρεσιών και τεχνικής υποστήριξης, παρεμβαίνει στην ωρίμανση έργων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση επενδυτικών προγραμμάτων που υπό άλλες συνθήκες θα παρέμεναν ανενεργά.
Ενδεικτικό της νέας προσέγγισης είναι η συνεργασία με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την ενεργειακή αυτονομία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, που δεν περιορίζεται σε χρηματοδότηση, αλλά περιλαμβάνει συνολικό σχεδιασμό, ιεράρχηση έργων και επιλογή χρηματοδοτικών εργαλείων. Παράλληλα, η Τράπεζα διευρύνει το πεδίο δράσης της σε τομείς με αυξημένη γεωπολιτική σημασία, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και η άμυνα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς για τη στήριξη επιχειρήσεων του αμυντικού τομέα.
Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας στρατηγικής. Όπως σημειώνει ο κ. Τσακίρης, η ισχυρή παρουσία της ΕΤΕπ στη χώρα δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων: από τη μία το σημαντικό επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας και από την άλλη η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας και η ωρίμανση έργων τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως αποδέκτης πόρων, αλλά ως οικονομία που μπορεί να μετατρέπει τη χρηματοδότηση σε πραγματικές επενδύσεις με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Το 2025, οι χρηματοδοτήσεις της ΕΤΕπ στη χώρα ανήλθαν στα 3,5 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε ποσοστό άνω του 1% του ΑΕΠ, ενώ οι συνολικές επενδύσεις που κινητοποιήθηκαν έφτασαν τα 9,2 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 3,7% του ΑΕΠ. Η υψηλή αυτή μόχλευση αποτελεί, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της Τράπεζας, ένδειξη εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Κομβικός σε αυτή τη διαδικασία είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι πόροι πολλαπλασιάζονται. Η συμμετοχή της ΕΤΕπ σε ένα έργο λειτουργεί ως «σήμα αξιοπιστίας» προς την αγορά, μειώνοντας τον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο και προσελκύοντας ιδιωτικά κεφάλαια, τραπεζική χρηματοδότηση και ευρωπαϊκούς πόρους. Έτσι, η Τράπεζα δεν δρα μόνη της, αλλά ως «άγκυρα» γύρω από την οποία συγκροτείται ένα ευρύτερο επενδυτικό οικοσύστημα.
Η κατανομή των πόρων καλύπτει ένα ευρύ φάσμα τομέων. Στην ενέργεια, προωθούνται κρίσιμες υποδομές όπως οι διασυνδέσεις νησιών, που μειώνουν το ενεργειακό κόστος. Στον τομέα του νερού, έργα όπως το πρόγραμμα της ΕΥΔΑΠ ενισχύουν την ανθεκτικότητα της Αττικής. Στη βιομηχανία, επενδύσεις σε κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το γάλλιο και ο βωξίτης, εντάσσουν τη χώρα σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Παράλληλα, προγράμματα όπως το «Αντώνης Τρίτσης» κατευθύνουν πόρους σε τοπικές υποδομές, ενώ έργα όπως οι φοιτητικές εστίες του Πανεπιστημίου Κρήτης καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα περιλαμβάνει μηχανισμούς επιμερισμού κινδύνου, εγγυήσεις και συγχρηματοδοτήσεις, μειώνοντας το κόστος δανεισμού και διευκολύνοντας την πρόσβαση σε κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό, η χρηματοδότηση παύει να είναι ζήτημα απλής ρευστότητας και μετατρέπεται σε εργαλείο ενεργοποίησης επενδύσεων.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Τσακίρης, το βασικό ζητούμενο δεν είναι το ύψος των χρηματοδοτήσεων, αλλά η αποτελεσματική διοχέτευσή τους στην πραγματική οικονομία. Η έμφαση δίνεται στην ταχύτερη ωρίμανση έργων, ώστε να μειώνεται ο χρόνος μεταξύ επενδυτικής απόφασης και υλοποίησης. Ήδη, τα οφέλη αρχίζουν να γίνονται ορατά, με βελτιώσεις σε τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και οι δημόσιες υπηρεσίες.
Στο πεδίο της στέγασης, η ΕΤΕπ έχει εντάξει την αντιμετώπιση της κρίσης στον πυρήνα της στρατηγικής της. Το 2025 οι χρηματοδοτήσεις αυξήθηκαν στα 5 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας στη δημιουργία και ανακαίνιση δεκάδων χιλιάδων κατοικιών, ενώ για το 2026 ο στόχος ανέρχεται στα 6 δισ. ετησίως, με συνολικό ορίζοντα την υλοποίηση περίπου ενός εκατομμυρίου κατοικιών έως το 2030. Οι πρώτες επιπτώσεις στην αγορά αναμένονται σε 2-3 χρόνια, ενώ η πλήρης εξισορρόπηση εκτιμάται σε βάθος 4-6 ετών.
Τέλος, η Ελλάδα φαίνεται να αναβαθμίζει τη θέση της στον ευρωπαϊκό επενδυτικό χάρτη. Η ενίσχυση των υποδομών, οι επενδύσεις στην ενέργεια και η συμμετοχή σε αλυσίδες αξίας κρίσιμων πρώτων υλών ενισχύουν τον γεωοικονομικό της ρόλο. Πλέον, όπως σημειώνει ο αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ, η χώρα δεν αντιμετωπίζεται ως πηγή κινδύνου, αλλά ως αξιόπιστος εταίρος με ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών λύσεων.