Οι συνολικές αποδοχές της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, υπερβαίνουν κατά τουλάχιστον 50% τον δηλωμένο ετήσιο μισθό της, σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ των Financial Times. Το δημοσίευμα αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς αναδεικνύει όχι μόνο το ύψος των πραγματικών αποδοχών της επικεφαλής της ΕΚΤ, αλλά κυρίως το περιορισμένο επίπεδο διαφάνειας γύρω από τις αμοιβές των κορυφαίων αξιωματούχων της ευρωπαϊκής νομισματικής αρχής.
Το timing της έρευνας δεν θεωρείται τυχαίο. Όπως σημειώνουν γνώστες των εσωτερικών ισορροπιών της ΕΚΤ, έχει ήδη ξεκινήσει μια έντονη –και όχι πάντα θεμιτή– παρασκηνιακή μάχη για τη διαδοχή της Γαλλίδας προέδρου, παρότι η θητεία της ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο του 2027. Ήδη, τουλάχιστον τρεις Γερμανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη θέση.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της βρετανικής εφημερίδας, η Κριστίν Λαγκάρντ αποκόμισε συνολικά περίπου 726.000 ευρώ το 2024, ποσό αυξημένο κατά περίπου 56% σε σχέση με τον «βασικό» ετήσιο μισθό της, ύψους 466.000 ευρώ, όπως αυτός αναφέρεται στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η πρόεδρος της ΕΚΤ αμείβεται σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερο από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Τζερόμ Πάουελ, του οποίου η ετήσια αμοιβή καθορίζεται από την αμερικανική ομοσπονδιακή νομοθεσία και ανέρχεται σήμερα σε 203.000 δολάρια (περίπου 172.700 ευρώ).
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Financial Times, το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο το ύψος των αποδοχών της Κριστίν Λαγκάρντ —οι οποίες παραμένουν συγκρατημένες σε σύγκριση με εκείνες των επικεφαλής μεγάλων εισηγμένων εταιρειών στην ΕΕ— όσο το γεγονός ότι η δημοσιοποίησή τους είναι αποσπασματική και ελλιπής. Η ΕΚΤ δεν υπόκειται στους αυστηρούς κανόνες διαφάνειας που ισχύουν για τις εισηγμένες εταιρείες, οι οποίες υποχρεούνται να παρέχουν «πλήρη και αξιόπιστη εικόνα» των αμοιβών όλων των ανώτατων στελεχών τους.
Ο Φάμπιο Ντε Μάσι, ευρωβουλευτής και πρόεδρος του γερμανικού αριστερού λαϊκιστικού κόμματος BSW, χαρακτήρισε «σκανδαλώδες» το γεγονός ότι ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σόινγκ, παρέχει στο κοινό περισσότερες λεπτομέρειες για τις αποδοχές του από ό,τι η πρόεδρος της ΕΚΤ. Όπως σημείωσε, αυτό ισχύει παρότι ο επικεφαλής της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας αμείβεται με ποσά που ξεπερνούν τα 9 εκατ. ευρώ ετησίως. Ο Ντε Μάσι κάλεσε την ΕΚΤ να υιοθετήσει κανόνες αντίστοιχους με εκείνους που ισχύουν για τις εισηγμένες εταιρείες στην Ευρώπη, τονίζοντας ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ θα έπρεπε να αποτελεί «το χρυσό πρότυπο λογοδοσίας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με βάση τις βασικές αποδοχές, η Κριστίν Λαγκάρντ είναι ήδη η καλύτερα αμειβόμενη αξιωματούχος της ΕΕ. Ενδεικτικά, οι Financial Times σημειώνουν ότι ο ετήσιος βασικός μισθός της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είναι κατά περίπου 21% χαμηλότερος. Πέραν του μισθού της, η πρόεδρος της ΕΚΤ λαμβάνει περίπου 135.000 ευρώ ετησίως σε επιδόματα στέγασης και λοιπές δαπάνες, ενώ εισπράττει και περίπου 125.000 ευρώ ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), της λεγόμενης «τράπεζας των κεντρικών τραπεζών».
Ούτε οι πρόσθετες αυτές παροχές, ούτε οι αμοιβές από τη BIS αποτυπώνονται αναλυτικά στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ. Αντίστοιχα, στην έκθεση της BIS γνωστοποιούνται μόνο οι συνολικές αποδοχές όλων των μελών του διοικητικού της συμβουλίου. Σε αντίθεση με τη Λαγκάρντ, ο Τζερόμ Πάουελ δεν λαμβάνει αμοιβή για τη συμμετοχή του στο διοικητικό συμβούλιο της BIS, καθώς η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει στους αξιωματούχους να αμείβονται από μη αμερικανικές οντότητες.
Οι υπολογισμοί των Financial Times βασίζονται σε ετήσιες εκθέσεις της ΕΚΤ και της BIS, καθώς και σε τεχνικό έγγραφο που αφορά τους όρους αμοιβής των ανώτατων στελεχών της ΕΚΤ. Δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές εισφορές, λόγω έλλειψης διαθέσιμων στοιχείων. Η εφημερίδα κοινοποίησε αναλυτικά τη μεθοδολογία και τα συμπεράσματά της στην ΕΚΤ, η οποία αρνήθηκε να σχολιάσει την ανάλυση. Σε ανακοίνωσή της περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο μισθός του προέδρου καθορίστηκε κατά την ίδρυση της τράπεζας το 1998 και έκτοτε έχει αναπροσαρμοστεί μόνο μέσω των γενικών ετήσιων αυξήσεων που ισχύουν για όλο το προσωπικό. Τόνισε επίσης ότι η πολιτική διαφάνειας της ΕΚΤ ευθυγραμμίζεται με εκείνη άλλων διεθνών δημόσιων οργανισμών και ότι έχει βελτιωθεί με την πάροδο των ετών. Η BIS, από την πλευρά της, δεν σχολίασε.
Σε επίπεδο αρχής, ακαδημαϊκές έρευνες υπογραμμίζουν ότι οι υψηλές και σταθερές αμοιβές των επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών αποτελούν βασικό στοιχείο της θεσμικής τους ανεξαρτησίας. Μελέτη του ΔΝΤ το 2004 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποδοχές τους πρέπει να είναι συγκρίσιμες με εκείνες του ιδιωτικού τομέα και να παραμένουν αμετάβλητες κατά τη διάρκεια της θητείας τους, ώστε να αποφεύγονται αθέμιτες πιέσεις.
Όπως δήλωσε στους Financial Times ο Γκουίντο Φεραρίνι, ομότιμος καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας και ειδικός στις αμοιβές στελεχών, οι αποδοχές της Κριστίν Λαγκάρντ είναι «αυτές που θα περίμενε κανείς» για το επίπεδο ευθύνης της ΕΚΤ και την ανάγκη προσέλκυσης υψηλού επιπέδου στελεχών. Παράλληλα, όμως, χαρακτήρισε «χαμηλής ποιότητας» τη δημοσιοποίηση των αποδοχών των στελεχών της τράπεζας, επισημαίνοντας ότι το σωστό σημείο αναφοράς θα έπρεπε να είναι οι κανόνες που ισχύουν για τις εισηγμένες εταιρείες.
Συνυπολογίζοντας εφάπαξ και ενδεχόμενες μεταβατικές πληρωμές για τα δύο χρόνια μετά τη λήξη της θητείας της, οι συνολικές αποδοχές της Κριστίν Λαγκάρντ για τα οκτώ χρόνια στην κορυφή της ΕΚΤ θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τα 6,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 810.000 ευρώ ετησίως. Από το 2030 και μετά, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση των Financial Times, αναμένεται να λαμβάνει ετήσια σύνταξη της τάξης των 178.000 ευρώ.