Τη σημασία του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού στις υποδομές ως βασικού πυλώνα βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας υπογραμμίζει ο πρόεδρος του Ταμείου Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΜΕΔΕ), Κωνσταντίνος Μακέδος, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Η παρέμβασή του έρχεται λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου του ΤΜΕΔΕ με τίτλο «Redefining the Future Horizons – Σχεδιάζοντας τις βιώσιμες στρατηγικές του αύριο», το οποίο ανέδειξε τις μεγάλες προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες για τον τεχνικό και κατασκευαστικό κλάδο στη νέα εποχή.
Όπως σημειώνει, η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Συνεδρίου ήταν η ανάδειξη της ανάγκης για έναν ρεαλιστικό και αποτελεσματικό «οδικό χάρτη» προς ένα βιώσιμο μέλλον, που γεφυρώνει την επιστημονική γνώση με την πράξη και την τεχνολογική καινοτομία με την κοινωνική ευθύνη. Το Συνέδριο λειτούργησε ως forum θεσμικού διαλόγου ανάμεσα στον τεχνικό κόσμο, την Πολιτεία, τον επιχειρηματικό και χρηματοπιστωτικό τομέα και την επιστημονική κοινότητα, θέτοντας επί τάπητος κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον των υποδομών, των επενδύσεων και της διαχείρισης του κλιματικού κινδύνου.
Διατηρήσιμη δυναμική στον κατασκευαστικό κλάδο
Ο κ. Μακέδος επισημαίνει ότι η ισχυρή ανάπτυξη που καταγράφει τα τελευταία χρόνια ο κατασκευαστικός τομέας δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη συγκυρία που στηρίζεται αποκλειστικά στο Ταμείο Ανάκαμψης ή σε κοινοτικούς πόρους. Αντιθέτως, αντανακλά μια διατηρήσιμη δυναμική, η οποία ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και συμβάλλει στον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, χάρη και στις μεταρρυθμίσεις που προσέλκυσαν σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: η αξία παραγωγής των κατασκευών αυξήθηκε από 7,1 δισ. ευρώ το 2020 σε 15,7 δισ. ευρώ το 2024, ενώ συνολικά έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2015. Παρά τη θετική αυτή εικόνα, ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ δεν παραβλέπει τις χρόνιες παθογένειες της γραφειοκρατίας και τις στρεβλώσεις που εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο, την ώρα που η Ελλάδα παραμένει χαμηλά σε επενδύσεις κατασκευών ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η επόμενη ημέρα και ο ρόλος του σχεδιασμού
Κομβικό στοιχείο για την επόμενη ημέρα στον τομέα των κατασκευών, σύμφωνα με τον κ. Μακέδο, είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός. Όπως τονίζει, διεθνείς μελέτες αποδεικνύουν ότι τα έργα που ξεκινούν με σωστό σχεδιασμό παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερο κόστος και ταχύτερη ολοκλήρωση, ενώ η απουσία μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδιασμού οδηγεί σε υπερβάσεις και αναποτελεσματικότητα.
Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, όπως διευκρινίζει, δεν σημαίνει μετατροπή της χώρας σε «απέραντο εργοτάξιο», αλλά έμφαση στον έλεγχο, τη συντήρηση και την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών, με στόχο τη βέλτιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην επόμενη ημέρα μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026. Ο πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ εκτιμά ότι η αναπτυξιακή πορεία της χώρας δεν πρέπει να ανακοπεί, καθώς νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία –όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων– δημιουργούν μια νέα αρχιτεκτονική χρηματοδότησης, με έμφαση στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στις ΑΠΕ και στην ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων.
Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη συνδυασμού ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων με έργα ΣΔΙΤ, παραχωρήσεις, πράσινα και «μπλε» ομόλογα με κριτήρια ESG, καθώς και χρηματοδοτήσεις από διεθνείς οργανισμούς, ώστε να οικοδομηθεί ένα βιώσιμο και ανθεκτικό αναπτυξιακό μοντέλο.
Υποδομές ως ραχοκοκαλιά της βιωσιμότητας
Κλείνοντας, ο κ. Μακέδος χαρακτηρίζει τις υποδομές «ραχοκοκαλιά βιωσιμότητας» κάθε κοινωνίας, καθώς καθορίζουν την ποιότητα ζωής, την ασφάλεια των πολιτών και την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Σε μια εποχή όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν τη νέα κανονικότητα, οι υποδομές καλούνται να μεταβούν από τα αποσπασματικά έργα σε ολοκληρωμένα, ψηφιακά παρακολουθούμενα και ενεργειακά αποδοτικά οικοσυστήματα, με ορίζοντα όχι δεκαετιών αλλά γενεών.
«Η μετάβαση από τις υποδομές του χθες στις υποδομές του 2050 δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα», τονίζει, θέτοντας ως κεντρικό ζητούμενο έναν ξεκάθαρο, ρεαλιστικό και μακρόπνοο σχεδιασμό που θα θωρακίσει την οικονομία και την κοινωνία απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος.