«Ψήφο εμπιστοσύνης» στον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας αποτελεί η απόφαση της Euronext να επενδύσει στην Ελλάδα, τονίζει ο Διευθύνων Σύμβουλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. της Euronext Στεφάν Μπουζνά, Stéphane Boujnah, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της δημόσιας πρότασης για την εξαγορά του 50% + 1 μετοχή της ΕΧΑΕ, ο επικεφαλής της πανευρωπαϊκής χρηματιστηριακής πλατφόρμας υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια «εντυπωσιακή πορεία μεταμόρφωσης» και ότι η Euronext επιθυμεί «να είναι μέρος αυτής της διαδρομής».
Σύμφωνα με τον κ. Boujnah, η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της χώρας αποτελεί μόνο «την κορυφή του παγόβουνου». Σε μια συγκυρία όπου πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν προκλήσεις διαχείρισης χρέους, η Ελλάδα εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα, πλεονασματικό προϋπολογισμό και σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους. «Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα συμβάλλει πλέον στην ανάπτυξη της Ευρώπης», σημειώνει.
Η εξαγορά της ΕΧΑΕ και τι αλλάζει
Η δημόσια πρόταση βρίσκεται στη «κρισιμότερη εβδομάδα», όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της Euronext, καθώς η διαδικασία ολοκληρώνεται τη Δευτέρα. «Οι μέτοχοι θα αποφασίσουν οι ίδιοι. Δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος», δηλώνει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα περιθώρια αλλαγής των όρων έχουν εξαντληθεί βάσει νομοθεσίας.
Ο κ. Boujnah εξηγεί πως η είσοδος της ΕΧΑΕ στην Euronext θα ανοίξει έναν πολύ μεγαλύτερο δρόμο για τις ελληνικές εταιρείες, τους επενδυτές και την αγορά συνολικά:
«Αυτό που φέρνουμε στην Ελλάδα είναι πρόσβαση σε μία πανευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά, μία ενιαία δεξαμενή ρευστότητας και μια κοινή τεχνολογική πλατφόρμα».
Η Euronext, σήμερα μεγαλύτερη σε μέγεθος από την κεφαλαιαγορά του Λονδίνου, πραγματοποιεί καθημερινά συναλλαγές περίπου 12 δισ. ευρώ, ενώ η συνολική της κεφαλαιοποίηση αγγίζει τα 6,5 τρισ. ευρώ. Η Αθήνα, όπως υπογραμμίζει, παραμένει μια «ισχυρή, αλλά απομονωμένη αγορά», και η ένταξή της θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες προσέλκυσης κεφαλαίων.
«Μια συνεργασία με αμοιβαίο όφελος»
Ο Boujnah παραδέχεται ότι η μετάβαση σε μια ευρωπαϊκή πλατφόρμα —την τεχνολογία Optiq— συνεπάγεται προσαρμογές. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο ανταγωνισμός που θα δημιουργηθεί είναι προς όφελος της αγοράς:
«Όταν εντάσσεσαι σε μια δεξαμενή ρευστότητας 6,5 τρισ. ευρώ, χρειάζονται τεχνολογικές αλλαγές. Είναι προσαρμογή, όχι ανατροπή».
Οι προοπτικές των αγορών
Αναφερόμενος στο ευρύτερο περιβάλλον, σημειώνει ότι η Ευρώπη σήμερα προσελκύει σημαντικά κεφάλαια από ΗΠΑ, Ασία και Μέση Ανατολή, καθώς θεωρείται υποτιμημένη σε σχέση με την αμερικανική αγορά. Εάν υπάρξει διόρθωση στις ΗΠΑ, «ο αντίκτυπος δεν θα είναι ίδιος στην Ευρώπη», επισημαίνει, εκτιμώντας πως οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν σημαντικά περιθώρια αποτίμησης.
Κλείνοντας, διατυπώνει ξεκάθαρη πρόθεση: «Θέλουμε να συνεργαστούμε με ελληνικές εταιρείες, τράπεζες, επενδυτές και χρηματιστές για να ενισχυθεί η Ελλάδα ως μέρος ενός πανευρωπαϊκού έργου.»