Υποτονικό παραμένει μέχρι στιγμής το ενδιαφέρον για τη ρύθμιση των 72 δόσεων, καθώς τόσο φορολογούμενοι όσο και επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στο νέο πλαίσιο τακτοποίησης οφειλών. Παρότι η προθεσμία υποβολής αιτήσεων παραμένει ανοιχτή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι οι αυστηρές προϋποθέσεις λειτουργούν αποτρεπτικά και ζητούν παρεμβάσεις ώστε να καταστεί η ρύθμιση πιο ελκυστική.
Το βασικότερο εμπόδιο εντοπίζεται στα νεότερα χρέη. Για να μπορέσει ένας οφειλέτης να εντάξει στις 72 δόσεις τις παλαιές εκκρεμότητές του προς την εφορία, θα πρέπει προηγουμένως να έχει τακτοποιήσει τις οφειλές που βεβαιώθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα χρέη θα πρέπει είτε να έχουν εξοφληθεί είτε να έχουν υπαχθεί στην πάγια ρύθμιση.
Η συγκεκριμένη προϋπόθεση δημιουργεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση για όσους έχουν παλαιές οφειλές αλλά στο μεταξύ δημιούργησαν και νέες. Οι οφειλέτες αυτοί καλούνται να εξυπηρετούν ταυτόχρονα τις 72 δόσεις για τα παλαιά χρέη, την πάγια ρύθμιση για τις νεότερες οφειλές και παράλληλα να παραμένουν συνεπείς στις τρέχουσες φορολογικές τους υποχρεώσεις, από τον φόρο εισοδήματος και τον ΕΝΦΙΑ έως τον ΦΠΑ για επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων λήγει στο τέλος του έτους. Αρμόδια στελέχη αποδίδουν μέρος της χαμηλής κινητικότητας στη θερινή περίοδο, εκτιμώντας ότι από τον Σεπτέμβριο και μετά οι αιτήσεις ενδέχεται να αυξηθούν αισθητά.
Ποιοι μπορούν να ενταχθούν
Στη ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν να υπαχθούν φυσικά και νομικά πρόσωπα για οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να είναι ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Οι οφειλές πρέπει να έχουν βεβαιωθεί στη φορολογική ή τελωνειακή διοίκηση έως την ημερομηνία της αίτησης και να μην έχουν ενταχθεί στο μεταξύ σε άλλη ρύθμιση ή σε δικαστική τακτοποίηση.
Παράλληλα, οι φορολογούμενοι οφείλουν να έχουν τακτοποιήσει τις υπόλοιπες οφειλές τους, να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών και να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
Η ένταξη στη ρύθμιση ολοκληρώνεται με την καταβολή της πρώτης δόσης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Η ελάχιστη μηνιαία δόση ανέρχεται σε 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο έχει οριστεί στο 5,84%.
Πότε χάνεται η ρύθμιση
Η ρύθμιση παύει να ισχύει όταν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες δόσεις ή όταν οι δύο τελευταίες δόσεις καθυστερήσουν για διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
Επιπλέον, χάνεται εάν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν τακτοποιηθούν μέσα σε έναν μήνα ή εάν δημιουργηθούν νέα χρέη που δεν εξοφληθούν ή δεν ρυθμιστούν εντός τριών μηνών από τη λήξη τους.
Τα οφέλη και οι περιορισμοί
Όσο η ρύθμιση τηρείται, ο οφειλέτης μπορεί να λαμβάνει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, αναστέλλεται η ποινική δίωξη και δεν λαμβάνονται νέα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.
Υπό προϋποθέσεις, μπορεί επίσης να περιοριστούν υφιστάμενες κατασχέσεις εις χείρας τρίτων για μελλοντικές απαιτήσεις.
Ωστόσο, το Δημόσιο διατηρεί σημαντικές εξουσίες. Μπορεί να εγγράφει υποθήκες, να αρνείται τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου όταν η οφειλή δεν θεωρείται επαρκώς διασφαλισμένη, καθώς και να συμψηφίζει επιστροφές φόρου με το ανεξόφλητο υπόλοιπο της ρύθμισης.
Παράλληλα, για όσο διάστημα η ρύθμιση βρίσκεται σε ισχύ, αναστέλλεται και η παραγραφή των οφειλών, γεγονός που παρατείνει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα είσπραξης των συγκεκριμένων χρεών.