Στη σημασία της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στην ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και στην οικονομία και την ακρίβεια, αναφέρθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN.
«Από μόνη της η επίσκεψη έχει τεράστιο συμβολισμό, αλλά και πολύ μεγάλη αξία», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος για την επίσκεψη του Μ. Ρούμπιο, επισημαίνοντας ότι πραγματοποιείται σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία. Όπως ανέφερε, η επίσκεψη συνδέεται με την ενίσχυση της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, την αναβάθμιση των F-16, την προώθηση των F-35 και τη μεταφορά αμερικανικού LNG μέσω της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, έκανε αναφορά στις επενδύσεις των Chevron και ExxonMobil και στην έναρξη του 6ου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ.
Για τα ελληνοτουρκικά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η Αθήνα επιμένει στον διάλογο, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις θέσεις της. «Η Ελλάδα είναι ένα κράτος που διαχρονικά κινείται πάντοτε υπό τον απαρέγκλιτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την ειρηνική συνύπαρξη, «αλλά δεν υποχωρεί». Παράλληλα, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν επιδιώκει να αποκρύπτει τα προβλήματα, αλλά να δημιουργεί γέφυρες, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αποτρεπτική της ισχύ και το διπλωματικό της αποτύπωμα.
Ο κ. Μαρινάκης αναφέρθηκε στις συμφωνίες για ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, στην επέκταση στο Ιόνιο και στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για κινήσεις που ενισχύουν τη θέση της χώρας. «Ενώ επιδιώκουμε τον διάλογο, δεν είμαστε και αφελείς», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι τα ζητήματα αυτά τίθενται σε όλες τις αντίστοιχες διεθνείς συναντήσεις και ότι στόχος της κυβέρνησης είναι «η συνεχή ενδυνάμωση της Ελλάδας».
Αναφερόμενος στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέρριψε την ανάγκη οποιασδήποτε άδειας από τρίτη χώρα. «Δεν θα πάρουμε την άδεια κανενός», είπε, χαρακτηρίζοντας το έργο ευρωπαϊκό και κρίσιμο για την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην κυβερνητική στάση απέναντι στις τουρκικές αιτιάσεις για τη «Γαλάζια Πατρίδα», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει θέσει όρια και έχει πετύχει «σημαντικές εθνικές νίκες».
Στο μέτωπο της οικονομίας, ο κ. Μαρινάκης υπερασπίστηκε την κυβερνητική πολιτική απέναντι στην ακρίβεια, επισημαίνοντας ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία. Υποστήριξε ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν προέρχεται από αύξηση φορολογικών συντελεστών, αλλά από την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ψηφιοποίηση του κράτους, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στα μόνιμα και έκτακτα μέτρα στήριξης, όπως οι παρεμβάσεις για τα ενοίκια, τους συνταξιούχους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, το πετρέλαιο και την ενέργεια. Για τις μειώσεις φόρων υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει να δώσει προτεραιότητα στη μείωση των άμεσων φόρων, με έμφαση στη μεσαία τάξη και στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Απαντώντας στην κριτική περί «ελεημοσύνης», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αντέτεινε: «Δεν είναι ελεημοσύνη». Παραδέχθηκε, πάντως, ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. «Δεν πανηγυρίζουμε», είπε, τονίζοντας ότι οι πολίτες δεν περιμένουν «ούτε μαγικές συνταγές ούτε παρωχημένα συνθήματα», αλλά «λύσεις».
Παράλληλα, ανέφερε ότι η κυβέρνηση πρώτα εξασφαλίζει τους δημοσιονομικούς πόρους και στη συνέχεια προχωρά στις αντίστοιχες παρεμβάσεις.
Τέλος, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Αντώνη Σαμαρά και την απουσία του από την εκδήλωση για την 52η επέτειο της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Μαρινάκης απέφυγε την προσωπική αντιπαράθεση, λέγοντας ότι δεν θα μιλήσει εξ ονόματος άλλων πολιτικών. Για την υπόθεση των Τεμπών και τη συζήτηση περί «μπαζώματος», υποστήριξε ότι η σχετική θεωρία έχει καταρρεύσει και έκανε λόγο για «απόπειρα εργαλειοποίησης του ανθρώπινου πόνου». Κλείνοντας, αναγνώρισε τις δυσκολίες της περιόδου, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι «η Ελλάδα δυναμώνει».