Τη δημιουργία ενός πλέγματος φροντίδας για την άνοια σε ολόκληρη τη χώρα, με κεντρικό πόλο το νέο Εθνικό Πρότυπο Κέντρο στο Περιστέρι, έθεσε ως στόχο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την παρουσίαση και υπογραφή της σύμβασης για τη δημιουργία του Κέντρου για την Άνοια και τις συναφείς γνωστικές διαταραχές.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το εγχείρημα «κάτι πραγματικά μοναδικό», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για το πρώτο πρότυπο Κέντρο αυτού του είδους στη χώρα, το οποίο, αν και θα έχει την έδρα του στη δυτική Αθήνα, θα διαθέτει εθνική εμβέλεια.
Όπως ανέφερε, στόχος είναι το Κέντρο να παρέχει γνώσεις, υπηρεσίες και καλές πρακτικές σε ανάλογες δομές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ενώ παράλληλα θα προωθεί την έρευνα και την ενημέρωση της κοινωνίας γύρω από την άνοια και τις συναφείς γνωστικές διαταραχές.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη καταπολέμησης του στίγματος που εξακολουθεί να συνοδεύει την άνοια, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια νόσο η οποία εμφανίζει αυξητική τάση, σε άμεση συνάρτηση και με τη γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα και συνολικά στην Ευρώπη.
«Η υπογραφή αυτής της σύμβασης είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας οι οποίοι νοσούν ή κινδυνεύουν να νοσήσουν», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης, προσθέτοντας ότι είναι εξίσου σημαντική, «αν όχι πιο σημαντική», για τους συγγενείς και τους φροντιστές των ασθενών, οι οποίοι, όπως είπε, βιώνουν συχνά «έναν παράλληλο Γολγοθά».
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσίασε, μέσα στο 2027 η νέα μονάδα θα είναι σε θέση να παρέχει παρακολούθηση και εξατομικευμένη μέριμνα κατά τα πρώτα στάδια της νόσου, καθοδήγηση στους φροντιστές, καθώς και πιστοποιημένη εκπαίδευση στους επαγγελματίες υγείας.
Ο πρωθυπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της πρόληψης. Όπως σημείωσε, με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, η ασθένεια δεν αντιστρέφεται, μπορεί όμως να επιβραδυνθεί με την κατάλληλη θεραπεία, τη νοητική και φυσική άσκηση και δραστηριότητες που βοηθούν τον ασθενή να παραμένει λειτουργικός για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η εξέλιξη της ιατρικής και της τεχνολογίας θα επιτρέψει στο μέλλον την ταχύτερη διάγνωση ανθρώπων που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της νόσου χωρίς να το γνωρίζουν ή ενδέχεται να νοσήσουν αργότερα.
«Είναι πάρα πολύ σημαντικό να δώσουμε αυτή την έμφαση στην πρόληψη, διότι αλλαγές συμπεριφοράς σήμερα θα καθορίσουν ουσιαστικά την ποιότητα της ζωής μας σε 10, σε 20, σε 30 χρόνια από τώρα», ανέφερε, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πολιτική με μια ευρύτερη αλλαγή αντίληψης για τη δημόσια υγεία.
Όπως είπε, η υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως παρέμβαση όταν ο πολίτης έχει ήδη ασθενήσει και φτάσει σε ένα Κέντρο Υγείας ή σε νοσοκομείο, αλλά ως «στάση ζωής». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στα νοσοκομεία και στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στις παρεμβάσεις στα Κέντρα Υγείας, στην ανάπτυξη της τηλεϊατρικής στις απομακρυσμένες περιοχές, αλλά και στο πρόγραμμα προληπτικών εξετάσεων.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να επιτρέψει την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μιας νόσου, αλλά και να περιορίσει το κόστος για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Ειδικά για την άνοια, το Αλτσχάιμερ και τις υπόλοιπες νευροεκφυλιστικές διαταραχές, επισήμανε ότι η πρόοδος στην έγκαιρη διάγνωση θα έχει ως αποτέλεσμα να εντοπίζονται περισσότερα περιστατικά.
«Όσο προχωράμε σε έγκαιρη διάγνωση, τόσο περισσότερα περιστατικά θα κληθούμε να διαχειριστούμε και αυτό προφανώς αυξάνει και τις απαιτήσεις για το Εθνικό Σύστημα Υγείας», σημείωσε.
Όπως τόνισε ο κ. Μητσοτάκης, ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στο Κέντρο του Περιστερίου, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ανάπτυξης δημόσιων μονάδων για ασθενείς με άνοια στα Γιάννενα, στο Κιλκίς, στην Καστοριά, στη Λακωνία και στη Ροδόπη, καθώς και μιας δεύτερης μονάδας στην Αθήνα.
«Σκοπός μας είναι να χτίσουμε ένα πλέγμα φροντίδας σε όλη την Ελλάδα, με κεντρικό πόλο το Περιστέρι», ανέφερε, σημειώνοντας ότι το Κέντρο θα στεγαστεί σε κτίριο που παραχωρεί η τοπική Μητρόπολη.
Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ακόμη ότι ένας στους δέκα Έλληνες βιώνει με κάποιον τρόπο την άνοια, είτε επειδή νοσεί ο ίδιος είτε επειδή βοηθά κάποιο κοντινό του πρόσωπο, ενώ προειδοποίησε ότι η τάση θα είναι αυξητική καθώς ο πληθυσμός γερνά.
Έδωσε, παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη των οικογενειών και των φροντιστών. «Είναι πολύ δύσκολο να βλέπεις τον άνθρωπό σου σταδιακά να χάνει βασικές νοητικές ικανότητες μπροστά στα μάτια σου», είπε, επισημαίνοντας ότι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει η πολιτεία είναι να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή υποστήριξη και ενημέρωση στις οικογένειες που καλούνται να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση.
Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας του ο πρωθυπουργός στάθηκε στη συνεργασία του Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα και τα κοινωφελή ιδρύματα, κάνοντας λόγο για μια «συμμαχία του Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα για το κοινό καλό».
Τόνισε ότι, σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών, η κοινωνία των πολιτών, τα ιδρύματα και οι πολίτες που έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν μπορούν να αφήσουν το δικό τους αποτύπωμα στην κοινή προσπάθεια. Αναφέρθηκε στις σημαντικές δωρεές που έχουν πραγματοποιηθεί στον χώρο της Υγείας, καθώς και σε νέα παρέμβαση που θα αφορά το ΚΑΤ.
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ευεργεσία είναι ταυτισμένη με την ιστορία του νεοελληνικού έθνους», σημείωσε, μιλώντας για την ανάγκη συνεργασίας με μια «νέα γενιά ευεργετών», που επιλέγει να διαθέσει μέρος της περιουσίας της για έργα κοινού οφέλους.
Ο πρωθυπουργός ευχαρίστησε τα ιδρύματα, την πολιτεία, την τοπική Εκκλησία, τον δήμο, τις οργανώσεις ασθενών και όλους τους φορείς που συμμετέχουν στο εγχείρημα, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία τους αποδεικνύει στην πράξη πως η σύμπραξη διαφορετικών φορέων μπορεί να αποδώσει συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Κλείνοντας, έθεσε ως ορόσημο το 2027 για τη λειτουργία του Κέντρου, εκφράζοντας την προσδοκία ότι θα αποτελέσει μια σημαντική στιγμή για τη δημόσια υγεία, τους ανθρώπους που πάσχουν από άνοια και άλλες συναφείς διαταραχές, τις οικογένειές τους, αλλά και συνολικά για τη δυτική Αθήνα.