Μετά από μια μαραθώνια συνεδρίαση που ξεπέρασε τις έξι ώρες και κατά την οποία πήραν τον λόγο συνολικά 43 βουλευτές, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέα Δημοκρατία, σε ένα κλίμα που συνδύασε μηνύματα ενότητας, εσωκομματικές αιχμές, προβληματισμούς αλλά και σαφείς προειδοποιήσεις για την επόμενη ημέρα της παράταξης.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να κρατήσει ισορροπίες, δίνοντας χώρο στους βουλευτές να εκφράσουν ανησυχίες και παρατηρήσεις, θέτοντας ωστόσο ξεκάθαρα πολιτικά όρια και ζητώντας συστράτευση ενόψει της επόμενης εκλογικής μάχης.
Στην τοποθέτησή του, ο πρωθυπουργός παρουσίασε δέσμη προτάσεων για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση, ενώ παράλληλα απηύθυνε κάλεσμα προς τα στελέχη της ΝΔ να αποφύγουν, όπως είπε, τη «μίζερη εσωστρέφεια» και να «ιδρώσουν τη φανέλα», υπερασπιζόμενοι πιο ενεργά το κυβερνητικό έργο.
Αναφερόμενος στο κλίμα της συνεδρίασης, ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για μια ουσιαστική και παραγωγική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι διαψεύστηκαν όσοι προεξοφλούσαν εικόνα εσωτερικής σύγκρουσης. «Χαίρομαι που διαψεύστηκαν όλοι αυτοί που περίμεναν ότι θα ήμασταν εδώ επί πέντε ώρες και θα τσακωνόμασταν. Οι τοποθετήσεις ήταν ουσιαστικές και ευπρεπείς, κάτι που θα περίμενε κανείς από μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που έχει δώσει και έχει κερδίσει μεγάλες μάχες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αποχωρώντας από τη συνεδρίαση, ο πρωθυπουργός είχε σύντομη συνομιλία με τους δημοσιογράφους, χαρακτηρίζοντας «χρήσιμο» το κλίμα της συζήτησης. Ερωτηθείς για την εσωκομματική γκρίνια, απάντησε με εμφανή διάθεση να υποβαθμίσει τις εντάσεις: «Τι πάει να πει γκρίνια; Εσείς γκρίνια ψάχνετε. Κάπως πρέπει να τα πείτε τώρα. Είχατε προαναγγείλει πως θα γίνει “Κούγκι”». Με χιούμορ σχολίασε επίσης ότι «το επιτελικό είχε την τιμητική του, αυτό είναι το μόνο βέβαιο».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Μητσοτάκης στον ρόλο των βουλευτών, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θεωρεί την εσωτερική κριτική στοιχείο αποσταθεροποίησης. «Ως βουλευτής, όταν ασκούσα και εγώ εποικοδομητική κριτική, δεν θεώρησα ποτέ ότι ήμουν ξένο σώμα ή ότι θα αντιμετωπιζόμουν ως αντάρτης», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η ίδια λογική ισχύει και σήμερα.
Στο πεδίο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως υπάρχει ήδη ένας «πυρήνας αναθεωρητέων άρθρων» επαρκής για να προχωρήσει η διαδικασία συγκρότησης της σχετικής επιτροπής, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγών και στην εκλογική νομοθεσία, εφόσον υπάρξει συμφωνία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Ο κ. Μητσοτάκης στάθηκε εκτενώς και στο ζήτημα του ρόλου του βουλευτή σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση, στον πυρήνα της, οφείλει να στηρίζεται σε κοινοβουλευτικά στελέχη. Αναγνώρισε ωστόσο ότι το ζήτημα δημιουργεί σύνθετα ερωτήματα γύρω από ασυμβίβαστα και θεσμικές ισορροπίες, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται προσεκτική επεξεργασία.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη συζήτηση για το εκλογικό σύστημα και τον σταυρό προτίμησης, επισημαίνοντας ότι αποτελεί «συγκριτικό πλεονέκτημα» για τη Νέα Δημοκρατία, ενώ αναγνώρισε πως τόσο οι μεγάλες όσο και οι μικρές εκλογικές περιφέρειες παρουσιάζουν διαφορετικές πολιτικές και θεσμικές δυσκολίες.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στο θέμα των παρεμβάσεων βουλευτών προς τη δημόσια διοίκηση, συνδέοντάς το εμμέσως με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι υπήρξαν περιπτώσεις βουλευτών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες άρσης ασυλίας ακόμη και επειδή κατέθεσαν κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, γεγονός που — όπως είπε — ερμηνεύθηκε ως αθέμιτη παρέμβαση στη διοίκηση.
«Δεν υπάρχει βουλευτής που να μην έχει κληθεί να κάνει κάποια παρέμβαση στη δημόσια διοίκηση ως αποτέλεσμα αιτήματος πολίτη», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο εκσυγχρονισμός και η ψηφιοποίηση του κράτους περιορίζουν σταδιακά τέτοιου είδους πρακτικές.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας του αφιερώθηκε στην υπεράσπιση του λεγόμενου «επιτελικού κράτους», το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης εντός της ΚΟ. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι, παρά τις αδυναμίες και τις αναγκαίες βελτιώσεις, η ύπαρξη ενός κεντρικού μηχανισμού συντονισμού, προγραμματισμού και στοχοθεσίας αποτελεί «κατάκτηση» για την κυβέρνηση.
«Δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να διοικηθεί μια χώρα χωρίς διαδικασία συντονισμού και προγραμματισμού», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το επιτελικό κράτος δίνει τη δυνατότητα διαχείρισης σύνθετων διατομεακών ζητημάτων, όπως η οδική ασφάλεια. Παράλληλα, άφησε αιχμές για υπουργούς και στελέχη που αποφεύγουν να βγουν δημόσια μπροστά όταν η πολιτική συγκυρία δυσκολεύει.
«Υπάρχουν αποκλίσεις στον ενθουσιασμό με τον οποίον κάποιοι στηρίζουν το κυβερνητικό έργο», είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι υπάρχουν υπουργοί που «θέλουν να πηγαίνουν σε προστατευμένο περιβάλλον και να μιλούν» και στελέχη που αποφεύγουν να υπερασπιστούν δύσκολες κυβερνητικές επιλογές.
«Ξέρουμε όλοι πως αν δεν αντέχουμε τη ζέστη δεν πρέπει να είμαστε στην κουζίνα», υπογράμμισε, στέλνοντας σαφές μήνυμα κομματικής πειθαρχίας και ενεργότερης πολιτικής παρουσίας.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έθεσε ως κεντρικό πολιτικό στόχο την επίτευξη νέας αυτοδυναμίας στις επόμενες εθνικές εκλογές, επισημαίνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό προβάδισμα έναντι της αντιπολίτευσης. Αναφέρθηκε μάλιστα σε μια «σιωπηλή πλειοψηφία» πολιτών, που — όπως είπε — ταυτίζει το μέλλον της με τις πολιτικές της κυβέρνησης.
«Υπάρχει μία σιωπηλή πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, άνθρωποι που ξυπνούν νωρίς και βλέπουν ότι η Ελλάδα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Μπορεί να θέλουν τα πράγματα να προχωρούν πιο γρήγορα, αλλά έχουν ταυτίσει το μέλλον το δικό τους και των οικογενειών τους με την πολιτική που πρεσβεύει η Νέα Δημοκρατία», ανέφερε.
Ο κ. Μητσοτάκης επιτέθηκε και στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας την ότι έχει επιλέξει τον δρόμο του λαϊκισμού, ενώ επανέφερε στο επίκεντρο την οικονομία και το κόστος ζωής ως το βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην κοινωνία σήμερα είναι το κόστος ζωής και αυτή είναι και η δική μας προτεραιότητα. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Ο μόνος δρόμος είναι η γρήγορη ανάπτυξη, η δημιουργία πλεονασμάτων και μια πολιτική που στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα», τόνισε.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο πρωθυπουργός κάλεσε τα στελέχη της παράταξης να εμπιστευθούν τις δυνάμεις τους, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση έχει πετύχει να διατηρήσει πολιτική σταθερότητα σε μια περίοδο κατά την οποία — όπως είπε — πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποδομούνται με ταχύτητα.
«Έχουμε τη δυνατότητα να πετύχουμε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Κανένα κόμμα δεν έχει κερδίσει τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Μπορεί να γίνει. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι ένας κοινός στόχος που συνδέει το ατομικό συμφέρον όλων μας με το συλλογικό συμφέρον της χώρας», κατέληξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.