Αβεβαιότητα επικρατεί στις αγορές ομολόγων, με το κόστος δανεισμού πολλών κρατών να πλησιάζει ή και να ξεπερνά το 5%. Η ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, καθώς και οι αυξημένες κρατικές δαπάνες για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχουν οδηγήσει τις αποδόσεις πολλών δεκαετών ομολόγων στα υψηλότερα επίπεδα από το 2009.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη θέση, καθώς δανείζεται με χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τέσσερις μεγάλες οικονομίες της G7, ενώ οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων δεν έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 20 ετών.
Αντίθετα, η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Το κόστος δανεισμού του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ανέλθει στο 5,44%, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνεται στο 5,12%.
Η Γαλλία βρίσκεται επίσης κοντά στο όριο του 5%, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της να φτάνει στο 4,90%. Η πολιτική αβεβαιότητα, οι δυσκολίες της κυβέρνησης να περάσει τον προϋπολογισμό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες φορολογικές αυξήσεις και περικοπές δαπανών επιβαρύνουν το κλίμα στις αγορές.
Ανοδικά κινούνται και οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων, με το δεκαετές να διαμορφώνεται στο 4,58%, επίπεδο υψηλότερο από το αντίστοιχο ελληνικό.
Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου ανέρχεται στο 4,39%, διατηρώντας τη χώρα σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Στην Ισπανία, η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έχει ξεπεράσει το 4%, φτάνοντας στο 4,06%, ενώ στη Γερμανία διαμορφώνεται στο 3,44%.
Την ίδια ώρα, η Ιαπωνία καταγράφει απόδοση 2,89% στο δεκαετές ομόλογο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών.
Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να δανείζονται με υψηλότερο κόστος, επιβαρύνοντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους. Όταν τα κράτη προσφεύγουν στις αγορές για να καλύψουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα, χρειάζεται να καταβάλλουν περισσότερα χρήματα για την εξυπηρέτηση του δανεισμού τους.