Νέες ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν την Πέμπτη οι αγορές κρατικών ομολόγων διεθνώς, με τις αποδόσεις να αυξάνονται σε ΗΠΑ, Γαλλία και Ιαπωνία και να αγγίζουν επίπεδα που έχουν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες. Η εξέλιξη εντείνει τον προβληματισμό των υπευθύνων χάραξης οικονομικής πολιτικής, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά και επιβαρύνουν παράλληλα τα δημόσια οικονομικά.
Η εικόνα στις αγορές βελτιώθηκε εν μέρει αργότερα, όταν επενδυτές που αναζητούσαν ευκαιρίες σε χαμηλότερες τιμές άρχισαν να τοποθετούνται στην αγορά κατά τις πρωινές συναλλαγές στις ΗΠΑ. Η κίνηση αυτή συνέβαλε στη σταθεροποίηση των ομολόγων, με την απόδοση του αμερικανικού κρατικού τίτλου αναφοράς να υποχωρεί προς το 5,26%, ενώ οι αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries μειώθηκαν σε όλο το μήκος της καμπύλης.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά ενδέχεται να αντιμετωπίσει περαιτέρω πιέσεις πώλησης. Η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει το χρηματοδοτικό κόστος για τις επιχειρήσεις και τους δανειολήπτες στεγαστικών δανείων, ενώ ταυτόχρονα υποχρεώνει τις κυβερνήσεις να διαθέτουν μεγαλύτερα ποσά για την εξυπηρέτηση του χρέους τους.
Οι αποδόσεις των ομολόγων, οι οποίες κινούνται ανοδικά όταν οι τιμές των τίτλων υποχωρούν, έχουν αυξηθεί σημαντικά διεθνώς. Βασικός παράγοντας είναι η άνοδος του ενεργειακού κόστους, η οποία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Την ίδια στιγμή, η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και οι επενδύσεις για την κατασκευή data centers εντείνουν τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια και ενισχύουν τις προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη και για το επίπεδο στο οποίο θα διαμορφωθούν τελικά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για το παγκόσμιο κόστος δανεισμού και τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, είχε νωρίτερα αυξηθεί στο 5,34%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Η άνοδος ήρθε μετά τη μεγαλύτερη τριμηνιαία αύξηση των αποδόσεων που έχει καταγραφεί στον 21ο αιώνα, κατά το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου.
«Καθώς οι αποδόσεις έχουν κινηθεί σταδιακά υψηλότερα, αυτό θα οδηγήσει σε σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο επιβράδυνσης», δήλωσε ο Danny Zaid, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην TwentyFour Asset Management στη Νέα Υόρκη.
Ο ίδιος σημείωσε, ωστόσο, ότι τα θεμελιώδη μεγέθη και συνολικά η οικονομία παραμένουν αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα ισχυρά. Όπως ανέφερε, η οικονομία εμφανίζει χαρακτηριστικά «Κ», καθώς τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα συνεχίζουν να ευημερούν, ενώ οι χαμηλότερου εισοδήματος εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες εδώ και αρκετό διάστημα και χρειάζονται ανακούφιση από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου.
Ο όρος «οικονομία Κ» χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικά τμήματα της οικονομίας ακολουθούν αντίθετες πορείες: τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα καταγράφουν καλύτερες επιδόσεις, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν πιέσεις.
Σύμφωνα με τον Fred Neumann, επικεφαλής οικονομολόγο της HSBC για την Ασία, οι αγορές προσαρμόζονται στα χρόνια πληθωρισμού που παραμένει πάνω από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών. Όπως υποστήριξε, μέχρι να εφαρμοστεί η απαιτούμενη νομισματική σύσφιξη, οι αγορές ομολόγων θα απαιτούν υψηλότερη απόδοση ως «ασφάλιστρο» για τον μακροπρόθεσμο δανεισμό.
Στο επίκεντρο η Γαλλία
Η Γαλλία βρίσκεται πλέον ψηλά στην ατζέντα των επενδυτών στην αγορά ομολόγων. Η γαλλική κυβέρνηση παρουσίασε την Πέμπτη το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027, το οποίο ενδέχεται να αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες στην έγκριση των μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας, τα οποία είναι ήδη αντιδημοφιλή.
Οι δυσκολίες αποτυπώνονται και στην αγορά. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε την Πέμπτη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, πλησιάζοντας το συμβολικό όριο του 5%. Η επίδοση αυτή έρχεται μετά το χειρότερο τριμηνιαίο αποτέλεσμα για τα γαλλικά ομόλογα από το 1987, κατά το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο.
Παράλληλα, η διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού της Γαλλίας και της Γερμανίας για 10ετή ομόλογα κινείται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης τη δεκαετία του 2010.
Την ίδια ώρα, το κόστος ασφάλισης του γαλλικού χρέους έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας έχει ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2013.
Η κατάσταση έχει οδηγήσει ακόμη και σε ερωτήματα σχετικά με το εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να παρέμβει προκειμένου να στηρίξει την αγορά γαλλικών ομολόγων. Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν φαίνεται πιθανό στην παρούσα φάση.
Η πίεση είναι παγκόσμια
Η ανοδική πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων και, κατ’ επέκταση, στα δημόσια οικονομικά δεν περιορίζεται στη Γαλλία ή τις ΗΠΑ, αλλά έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις.
Το Institute of International Finance, με έδρα την Ουάσιγκτον, εκτίμησε πρόσφατα ότι μέσα σε έναν χρόνο οι ανεπτυγμένες οικονομίες κατέβαλαν περισσότερα από 3,3 τρισ. δολάρια μόνο για τόκους κρατικών ομολόγων που διαπραγματεύονται διεθνώς.
Το ποσό αυτό ξεπερνά τις εκτιμώμενες παγκόσμιες δαπάνες των 2,6 τρισ. δολαρίων για τεχνητή νοημοσύνη, των 3,1 τρισ. δολαρίων για άμυνα και των 2,3 τρισ. δολαρίων για καθαρή ενέργεια.
Στη Βρετανία, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε την Πέμπτη το 6%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές των κατοικιών στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνονται με τον χαμηλότερο ρυθμό εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τον αντίκτυπο των υψηλότερων επιτοκίων στην πραγματική οικονομία.
Στην Ιαπωνία, όπου ο πληθωρισμός έχει αρχίσει να εδραιώνεται έπειτα από μια πολυετή μάχη με τον αποπληθωρισμό, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κατέγραψαν για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο διψήφια αύξηση, επίδοση χωρίς προηγούμενο.
Οι μετοχές αντέχουν προς το παρόν
Παρά την έντονη αναταραχή στην αγορά ομολόγων, οι μετοχές και άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων έχουν μέχρι στιγμής παρουσιάσει μεγαλύτερες αντοχές.
Η βιομηχανική δραστηριότητα σε Ευρώπη και Ασία αυξήθηκε τον περασμένο μήνα, ενισχυμένη από τις επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Η εξέλιξη αυτή δίνει στις κεντρικές τράπεζες λιγότερους λόγους να ανησυχούν για τις επιπτώσεις μιας πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα.
«Η ισχυρότερη ανάπτυξη έχει οδηγήσει τις αγορές στο συμπέρασμα ότι η οικονομία μπορεί να αντέξει υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα», δήλωσε ο Afonso Borges, αναλυτής σταθερού εισοδήματος της Julius Baer.
Οι επενδυτές έχουν σπεύσει να αναθεωρήσουν τις προηγούμενες εκτιμήσεις τους για μειώσεις των αμερικανικών επιτοκίων μέσα στη φετινή χρονιά. Μετά την αύξηση των επιτοκίων τον προηγούμενο μήνα, οι αγορές αναμένουν πλέον τουλάχιστον τρεις ακόμη αυξήσεις από τη Federal Reserve έως τα μέσα του 2027.
Ωστόσο, τα πιο ήπια στοιχεία για τον πληθωρισμό που ανακοινώθηκαν την Τετάρτη περιόρισαν σε κάποιο βαθμό τις προσδοκίες για άμεσες νέες αυξήσεις.
Στην Ευρώπη, πάντως, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό που δημοσιεύθηκαν αυτή την εβδομάδα ήταν υψηλότερα από τις προβλέψεις. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές μέσα στη φετινή χρονιά, ενώ οι αγορές προεξοφλούν τρεις ακόμη αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης έως τα μέσα του 2027.
Παρότι την Πέμπτη υπήρξε νευρικότητα σε μια σειρά από αγορές, από τις μετοχές έως τις πιστωτικές αγορές, τα ομόλογα ήταν αυτά που δέχθηκαν το μεγαλύτερο μέρος των πιέσεων.
Ενδείξεις αυξημένων ανησυχιών για τον πιστωτικό κίνδυνο εμφανίστηκαν και στην αγορά παραγώγων. Ο δείκτης των credit default swaps για ομόλογα υψηλού κινδύνου (junk bonds), τα οποία λειτουργούν ως ασφάλιση έναντι του κινδύνου αθέτησης πληρωμών, έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές Απριλίου