Μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, η οποία θα μπορούσε παράλληλα να δημιουργήσει πρόσθετους πόρους για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση στρατηγικών τεχνολογιών, προτείνει η Ελλάδα στους Ευρωπαίους εταίρους.
Η ελληνική πρωτοβουλία αφορά τη δημιουργία μιας «Ευρωπαϊκής Ένωσης Φάσματος» και κατατέθηκε στην Ιρλανδική Προεδρία από τον υφυπουργό Εξωτερικών Τάσο Χατζηβασιλείου, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 22 Σεπτεμβρίου. Την πρόταση έχει επεξεργαστεί ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Σύμφωνα με ανταπόκριση της ΕΡΤ από τις Βρυξέλλες, βασική επιδίωξη της Αθήνας είναι να συνδεθούν οι επόμενες μεγάλες αποφάσεις για το ευρωπαϊκό ραδιοφάσμα με τη δημιουργία νέων πηγών χρηματοδότησης τόσο για τον προϋπολογισμό της ΕΕ όσο και για επενδύσεις σε τεχνολογίες κρίσιμης σημασίας.
Στο επίκεντρο 5G και 6G
Η ελληνική πρόταση ξεκινά από τη διαπίστωση ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί έναν περιορισμένο δημόσιο πόρο, απαραίτητο για τη λειτουργία των σύγχρονων τηλεπικοινωνιακών δικτύων, η διαχείριση και η κατανομή του οποίου παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εθνική αρμοδιότητα.
Η μετάβαση προς τα δίκτυα 6G, σε συνδυασμό με τις μελλοντικές ανανεώσεις υφιστάμενων αδειών 5G, δημιουργεί, κατά την ελληνική πλευρά, ένα παράθυρο για μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συντονισμό.
Το σχέδιο δεν προβλέπει τη μεταφορά των δημοπρασιών σε μία κεντρική ευρωπαϊκή αρχή. Οι δημοπρασίες για το 6G θα εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται σε εθνικό επίπεδο, από τα 27 κράτη-μέλη, αλλά στη βάση ενός κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου.
Σε αυτό θα μπορούσαν να καθοριστούν κοινές παράμετροι για το χρονοδιάγραμμα των δημοπρασιών, τη διάρκεια των αδειών, τους τεχνικούς όρους και τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιείται ένα συμφωνημένο μέρος των εσόδων.
Νέος πόρος για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
Το χρηματοδοτικό σκέλος αποτελεί μία από τις βασικές πτυχές της πρωτοβουλίας. Η Αθήνα εισηγείται μέρος των εσόδων από τη διάθεση του φάσματος να εξεταστεί ως πιθανός νέος Ίδιος Πόρος για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ.
Ένα επιπλέον τμήμα των εσόδων θα μπορούσε να διοχετεύεται, μέσω ευρωπαϊκού επενδυτικού μηχανισμού, στη χρηματοδότηση τεχνολογικών υποδομών και τομέων όπως τα δίκτυα 6G, η τεχνητή νοημοσύνη, οι υπολογιστικές υποδομές και η ασφαλής συνδεσιμότητα.
Κατά τις εκτιμήσεις που συνοδεύουν την ελληνική πρόταση, η αρχική χρηματοδοτική κλίμακα θα μπορούσε να κινηθεί στην περιοχή των 12 έως 15 δισ. ευρώ. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι πρόκειται για υπόθεση εργασίας και όχι για επίσημη αποτίμηση των δυνητικών εσόδων. Στον συγκεκριμένο υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται, επίσης, πιθανά μελλοντικά έσοδα από δικαιώματα 5G.
Ως παράδειγμα αξιοποίησης εσόδων από το φάσμα προβάλλεται η ελληνική πρακτική, βάσει της οποίας ποσοστό 25% των σχετικών εσόδων κατευθύνεται στο Επενδυτικό Ταμείο «Φαιστός», με προσανατολισμό σε επενδύσεις που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για τα ψηφιακά δίκτυα
Η πρωτοβουλία κατατίθεται ενώ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες η συζήτηση για το μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών δικτύων.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Κανονισμό Ψηφιακών Δικτύων κινείται επίσης προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης εναρμόνισης στην ΕΕ. Υπάρχουν, ωστόσο, διαφορές ως προς το μοντέλο των αδειών, καθώς η προσέγγιση της Επιτροπής προβλέπει, μεταξύ άλλων, άδειες φάσματος κατ’ αρχήν απεριόριστης διάρκειας.
Μια τέτοια επιλογή έχει άμεση σχέση και με τη συζήτηση για τα δημόσια έσοδα, καθώς θα περιόριζε τη δυνατότητα άντλησης νέων πόρων μέσω μελλοντικών ανανεώσεων των αδειών.
Οι δυσκολίες του εγχειρήματος
Το πλέον σύνθετο μέρος της ελληνικής πρότασης εκτιμάται ότι θα είναι εκείνο που αφορά τη μεταφορά μέρους των εσόδων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η καθιέρωση ενός νέου Ιδίου Πόρου για την ΕΕ προϋποθέτει ομόφωνη απόφαση στο Συμβούλιο και στη συνέχεια τις προβλεπόμενες εγκρίσεις σε εθνικό επίπεδο. Η συζήτηση, μάλιστα, συμπίπτει με τις διαπραγματεύσεις για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028-2034 και την αναζήτηση νέων πηγών χρηματοδότησης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Υπάρχει και μία δεύτερη παράμετρος: τα ποσά που αντλούν τα κράτη από τις δημοπρασίες ραδιοφάσματος αποτελούν έσοδα των εθνικών προϋπολογισμών. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συμφωνία για διοχέτευση μέρους τους σε έναν κοινό ευρωπαϊκό μηχανισμό θα απαιτούσε πολιτική συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.
Στη συζήτηση υπεισέρχεται και η θέση των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι το υψηλό κόστος απόκτησης δικαιωμάτων χρήσης φάσματος μπορεί να περιορίσει τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις σε δίκτυα και υποδομές.
Η ελληνική πρόταση περνά πλέον στο επόμενο στάδιο της ευρωπαϊκής συζήτησης, με την Ιρλανδική Προεδρία και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη να καλούνται να την εξετάσουν. Το κατά πόσο μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη υποστήριξη θα εξαρτηθεί τόσο από τη συμφωνία για ένα περισσότερο συντονισμένο μοντέλο διαχείρισης του φάσματος όσο και από την πολιτικά δυσκολότερη συζήτηση για την κατανομή των εσόδων μεταξύ εθνικών προϋπολογισμών και ΕΕ.