Η απαλλαγή από φόρους και εισφορές των παροχών σε είδος που προσφέρουν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους προβλέπεται από τη φορολογική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι παροχές αυτές δεν υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις επιλέγουν τις παροχές σε είδος αντί για «κανονικές» αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων, το ζήτημα επανέρχεται στην επικαιρότητα. Στο πλαίσιο αυτό, οι κοινωνικοί εταίροι ζητούν την αύξηση του ημερήσιου αφορολόγητου ορίου για τις διατακτικές σίτισης.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), το 25% των εργαζομένων στην Ελλάδα, δηλαδή ένας στους τέσσερις, λαμβάνει από τον εργοδότη του κουπόνια ή κάρτες σίτισης, είτε σε τακτική είτε σε περιστασιακή βάση.
Μάλιστα, με πρόσφατη επιστολή τους προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι κοινωνικοί εταίροι ζητούν να αυξηθεί το ημερήσιο αφορολόγητο όριο για τις διατακτικές σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ.
Η ίδια έρευνα δείχνει ότι το 95,7% των εργαζομένων χρησιμοποιεί τις κάρτες σίτισης στα σούπερ μάρκετ για την κάλυψη βασικών εξόδων του νοικοκυριού και όχι για την αγορά έτοιμου φαγητού στο γραφείο.
Παράλληλα, το 54,2% των επιχειρήσεων επιλέγει τις παροχές σε είδος για τα φορολογικά οφέλη που προσφέρουν, το 40% για τη διατήρηση του προσωπικού και το 39,2% για λόγους που συνδέονται με την εταιρική κουλτούρα.
Τι ισχύει
Πότε, όμως, οι παροχές σε είδος που παρέχονται σε έναν εργαζόμενο φορολογούνται κανονικά ως εισόδημα από μισθωτή εργασία;
Όπως ορίζει η φορολογική νομοθεσία, η φορολογική αντιμετώπιση των παροχών σε είδος διαφέρει ανάλογα με το είδος του κουπονιού και τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται.
Οι διατακτικές σίτισης που παρέχονται από τον εργοδότη έχουν ειδική φορολογική μεταχείριση. Απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος έως το ποσό των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, δηλαδή περίπου 1.400 ευρώ ετησίως. Εφόσον η αξία των διατακτικών υπερβαίνει το συγκεκριμένο όριο, το επιπλέον ποσό θεωρείται παροχή σε είδος προς τον εργαζόμενο και φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία.
Αντίθετα, οι δωροεπιταγές και τα κουπόνια αγορών που παρέχονται από έναν εργοδότη θεωρούνται, κατά κανόνα, παροχές σε είδος. Οι συγκεκριμένες παροχές δεν φορολογούνται όταν η συνολική τους αξία μέσα στο ίδιο έτος δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ. Εάν το όριο αυτό ξεπεραστεί, προκύπτει φορολογική υποχρέωση, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τις παροχές σε είδος.
Ο ΦΠΑ
Όσον αφορά τον ΦΠΑ, η φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από την κατηγορία στην οποία ανήκει το εκάστοτε κουπόνι. Οι κατηγορίες είναι δύο: τα κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού και τα κουπόνια πολλαπλών σκοπών.
Κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού θεωρείται εκείνο για το οποίο, ήδη από τη στιγμή της έκδοσής του, είναι γνωστά τόσο ο τόπος φορολόγησης όσο και ο συντελεστής ΦΠΑ που θα εφαρμοστεί. Για τον λόγο αυτό, ο ΦΠΑ αποδίδεται κατά την έκδοση ή την πώληση του κουπονιού.
Για παράδειγμα, ένα κουπόνι που αφορά διαμονή σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο σε ένα νησί αποτελεί κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού, καθώς είναι εξαρχής γνωστά τόσο ο τόπος παροχής της υπηρεσίας όσο και ο συντελεστής ΦΠΑ. Το ίδιο ισχύει και για ένα κουπόνι αγοράς ρούχων ή υποδημάτων από συγκεκριμένη αλυσίδα καταστημάτων στην Ελλάδα, εφόσον όλα τα προϊόντα που μπορούν να αγοραστούν υπάγονται στον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ.
Στον αντίποδα, κουπόνι πολλαπλών σκοπών είναι εκείνο για το οποίο, κατά τη στιγμή της έκδοσής του, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα είτε ο τόπος φορολόγησης είτε το ποσό του ΦΠΑ. Στην περίπτωση αυτή, ο ΦΠΑ δεν αποδίδεται κατά την έκδοση του κουπονιού, αλλά κατά την εξαργύρωσή του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα κουπόνι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ξενοδοχεία μιας διεθνούς αλυσίδας σε διαφορετικές χώρες ή σε ένα σούπερ μάρκετ για την αγορά προϊόντων που υπάγονται σε διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, στην κυκλοφορία ενός κουπονιού μπορεί να συμμετέχουν διαφορετικά πρόσωπα. Πρόκειται για τον εκδότη, ο οποίος εκδίδει το κουπόνι, τον μεσάζοντα, ο οποίος μπορεί να το μεταπωλεί, τον εξοφλούντα, δηλαδή την επιχείρηση που παρέχει τελικά το αγαθό ή την υπηρεσία, και τον τελικό κάτοχο, ο οποίος χρησιμοποιεί το κουπόνι.
Επομένως, η ορθή φορολογική αντιμετώπιση των κουπονιών και των παροχών σε είδος εξαρτάται τόσο από το είδος του κουπονιού όσο και από τον τρόπο με τον οποίο αυτό εκδίδεται και χρησιμοποιείται.