Έναν νέο δρόμο για να αυξήσουν τα έσοδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να ανοίξουν ένα ακόμη μέτωπο εμπορικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, αναζητούν οι Βρυξέλλες. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα σχέδιο για την επιβολή ευρύτερης εισφοράς στις μεγάλες επιχειρήσεις, το οποίο θα μπορούσε να αγγίξει και τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, όπως η Apple, η Google και η Meta, χωρίς όμως να τους στοχοποιεί ευθέως.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται αλλαγές στην πρόταση «Corporate Resource for Europe» (CORE), με στόχο να διευρύνει τη φορολογική βάση και να εξασφαλίσει περισσότερους πόρους για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Η πρόταση, στην τρέχουσα μορφή της, προβλέπει ότι όλες οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ και εμφανίζουν ετήσια έσοδα άνω των 100 εκατ. ευρώ θα καταβάλλουν μια ετήσια εφάπαξ εισφορά. Το όριο αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 112,32 εκατ. δολάρια.
Με βάση το υφιστάμενο σχέδιο, η εισφορά θα κυμαίνεται από 100.000 έως 750.000 ευρώ τον χρόνο, ποσό που αντιστοιχεί σε σχετικά μικρό μέρος των κερδών των μεγάλων πολυεθνικών.
Το δίλημμα των Βρυξελλών
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των αντιδράσεων που θα μπορούσε να προκαλέσει στην Ουάσιγκτον ένας καθαρός ψηφιακός φόρος, ο οποίος θα έπληττε κυρίως αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Έτσι, η Κομισιόν εξετάζει την επέκταση της CORE, ώστε η εισφορά να αφορά ουσιαστικά το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά και όχι αποκλειστικά τους ομίλους τεχνολογίας.
«Ορισμένες πρωτεύουσες της ΕΕ αντιτίθενται σε έναν καθαρά ψηφιακό φόρο, επειδή δεν θέλουν να προκαλέσουν τους Αμερικανούς, ενώ ακόμη περισσότερες αντιτίθενται στο CORE», δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος στους Financial Times. «Η λύση είναι να διευρυνθεί ο φόρος, ώστε να καλύπτει ουσιαστικά όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις».
Σύμφωνα με τους Financial Times, τη σχετική συζήτηση έχουν μεταφέρει στην εφημερίδα έξι αξιωματούχοι με γνώση των διαβουλεύσεων.
Το ζητούμενο για τις Βρυξέλλες είναι διπλό: αφενός να δημιουργηθεί μια νέα πηγή εσόδων για την ΕΕ και αφετέρου να αποφευχθεί μια ρύθμιση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στοχεύει ευθέως τις αμερικανικές Big Tech.
Η Κομισιόν αναζητά συμφωνία για τους νέους πόρους
Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε στο Reuters ότι η Κομισιόν παραμένει διαθέσιμη να στηρίξει το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην επίτευξη συμφωνίας για το νέο πακέτο ιδίων πόρων.
Όπως ανέφερε, οι νέοι πόροι είναι «απαραίτητοι για να διασφαλιστεί η επαρκής χρηματοδότηση των κοινών μας προτεραιοτήτων κατά την επόμενη δεκαετία».
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο τη φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και το ευρύτερο ζήτημα της χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων τα επόμενα χρόνια.
Η Apple, η Google, η Meta, καθώς και ο Σύνδεσμος Βιομηχανίας Υπολογιστών και Επικοινωνιών (CCIA), ο οποίος εκπροσωπεί σειρά αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών, δεν απάντησαν άμεσα στα αιτήματα του Reuters για σχολιασμό εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας.
Το «όπλο» των δασμών του Τραμπ
Πίσω από τις προσεκτικές κινήσεις των Βρυξελλών βρίσκεται και η απειλή εμπορικών αντιποίνων από την Ουάσιγκτον.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει τον Ιούνιο με επιβολή δασμών 100% σε όλα τα αγαθά από οποιαδήποτε χώρα επιβάλλει φόρο ψηφιακών υπηρεσιών σε αμερικανικές εταιρείες.
Η απειλή αυτή εντείνει την πίεση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία καλείται να βρει τρόπους να αυξήσει τα έσοδά της χωρίς να δώσει στην αμερικανική κυβέρνηση αφορμή για νέο γύρο εμπορικών αντιποίνων.
Το Γραφείο του Εμπορικού Εκπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) έχει εδώ και καιρό προειδοποιήσει ευρωπαϊκές χώρες για αντίποινα σε περίπτωση επιβολής τέτοιων φόρων, υποστηρίζοντας ότι οι ψηφιακοί φόροι εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων, οι οποίες κυριαρχούν παγκοσμίως στον συγκεκριμένο κλάδο.
Έτσι, στις Βρυξέλλες εξετάζεται πλέον μια λύση που θα μπορούσε να αλλάξει τη φορολογική εξίσωση: αντί για έναν φόρο που θα «φωτογραφίζει» τις αμερικανικές Big Tech, μια οριζόντια εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις, η οποία θα μπορούσε να αποφέρει περισσότερα έσοδα στην ΕΕ χωρίς να εμφανίζεται ως ευθεία επίθεση στην αμερικανική τεχνολογία.