Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια σαφή μετατόπιση της ζήτησης προς ακίνητα που συνδυάζουν λειτουργικότητα, χαμηλότερο κόστος αγοράς και συντήρησης, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτική αξιοποίηση. Η εικόνα στην Αττική Στην Αττική, τα διαμερίσματα επιφάνειας από 51 έως 75 τ.μ. βρέθηκαν, επίσης, στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των αγοραστών σε ποσοστό 29%. Ακολούθησαν τα ακίνητα εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ. σε ποσοστό 26,3%, ενώ οι κατοικίες από 101 έως 150 τ.μ. επιλέχθηκαν σε ποσοστό 20,7% επί του συνόλου. Από την άλλη, τα ακίνητα έως 50 τ.μ. συγκέντρωσαν το 16,8% των προτιμήσεων, ενώ εκείνα άνω των 151 τ.μ. περιορίστηκαν στο 7,2%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Αττική οι αγοραπωλησίες αφορούσαν κυρίως κατοικίες μεσαίας επιφάνειας που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες ενός σύγχρονου νοικοκυριού χωρίς ιδιαίτερα υψηλό κόστος αγοράς και συντήρησης - κατοικίες που συνδυάζουν λειτουργικότητα και πιο ισορροπημένο κόστος απόκτησης. Παράλληλα, το χαμηλότερο ποσοστό αγοράς κατοικιών έως 50 τ.μ. σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα καταδεικνύει ότι οι αγοραστές στην Αττική στρέφονται σε μεγαλύτερης επιφάνειας κατοικίες.

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης Στη Θεσσαλονίκη, οι προτιμήσεις εμφανίζουν διαφορετική κατανομή σε σύγκριση με την Αττική, καθώς οι αγοραστές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε πιο ευρύχωρα διαμερίσματα. Συγκεκριμένα, στην κορυφή των επιλογών των αγοραστών βρέθηκαν τα ακίνητα εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ. σε ποσοστό 35,5% επί του συνόλου ολοκληρωμένων συναλλαγών. Το ποσοστό αυτό αποτελεί το υψηλότερο που καταγράφηκε μεταξύ όλων των κατηγοριών ακινήτων βάσει εμβαδού στις μεγάλες γεωγραφικές ενότητες της έρευνας. Ακολούθησαν τα ακίνητα από 51 έως 75 τ.μ. σε ποσοστό 30%, ενώ κατοικίες έως 50 τ.μ. συγκέντρωσαν το 18% του αγοραστικού ενδιαφέροντος. Τα ακίνητα επιφάνειας από 101 έως 150 τ.μ. κάλυψαν το 10,5% του συνόλου των αγοραπωλησιών, ενώ εκείνα με εμβαδόν άνω των 151 τ.μ. περιορίστηκαν μόλις στο 6%, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των δύο μεγάλων αστικών κέντρων. Η ισχυρή παρουσία των κατοικιών επιφάνειας από 76 έως 100 τ.μ. αναδεικνύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της συγκεκριμένης κατηγορίας στην αγορά κατοικίας της Θεσσαλονίκης, καθώς περισσότερες από μία στις τρεις αγοραπωλησίες αφορούσαν ακίνητα αυτού του μεγέθους.

Πιο ισορροπημένη η εικόνα στην υπόλοιπη Ελλάδα Στην υπόλοιπη Ελλάδα, η κατανομή ανάλογα το εμβαδόν εμφανίζεται πιο ισορροπημένη μεταξύ των βασικών κατηγοριών κατοικιών. Στην πρώτη θέση βρέθηκαν τα ακίνητα επιφάνειας από 51 έως 75 τ.μ. σε ποσοστό 24,6%, ενώ μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα στο 23,6% βρέθηκαν οι κατοικίες εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ., ενώ οι κατοικίες επιφάνειας από 101 έως 150 τ.μ. κάλυψαν το 23,2% του συνόλου των αγοραπωλησιών που πραγματοποιήθηκαν από το δίκτυο της REMAX Ελλάς. Οι κατοικίες έως 50 τ.μ. συγκέντρωσαν το 20,3% του συνόλου των αγοραπωλησιών, ποσοστό υψηλότερο από αυτό της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, ενώ τα ακίνητα άνω των 151 τ.μ. βρέθηκαν στο 8,3%, το υψηλότερο ποσοστό πανελλαδικά. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει μεγαλύτερη διασπορά των αγοραπωλησιών μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών εμβαδού σε σύγκριση με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, γεγονός που αντανακλά την πολυμορφία της αγοράς κατοικίας στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σταθερή στροφή στα μεσαίου μεγέθους ακίνητα Συνολικά, η εικόνα της αγοράς για το 2025 επιβεβαιώνει ότι οι προτιμήσεις των αγοραστών παρέμειναν σταθερά προσανατολισμένες στα μεσαίου μεγέθους ακίνητα, με τη ζήτηση να κατευθύνεται, κυρίως, στη ζώνη των 51 έως 100 τετραγωνικών μέτρων. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες στέγασης μεταβάλλονται και οι αγοραστικές αποφάσεις γίνονται ολοένα και πιο στοχευμένες, τα μεσαίου μεγέθους ακίνητα συνεχίζουν να διατηρούν πρωταγωνιστικό ρόλο, τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτική αξιοποίηση, καταλήγει η REMAX
Οι κατοικίες μεσαίου μεγέθους εξακολούθησαν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των αγοραστών στην ελληνική αγορά ακινήτων, καθώς περισσότερες από τις μισές αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν το 2025 αφορούσαν κατοικίες επιφάνειας από 51 έως 100 τετραγωνικά μέτρα. Το συμπέρασμα προκύπτει από έρευνα της REMAX Ελλάς, η οποία βασίστηκε σε χιλιάδες ολοκληρωμένες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μέσω του δικτύου της σε ολόκληρη τη χώρα.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια σαφή μετατόπιση της ζήτησης προς ακίνητα που συνδυάζουν λειτουργικότητα, χαμηλότερο κόστος αγοράς και συντήρησης, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτική αξιοποίηση.
Στην κορυφή των προτιμήσεων βρέθηκαν τα διαμερίσματα επιφάνειας 51 έως 75 τ.μ., τα οποία αντιστοιχούν στο 26,4% του συνόλου των αγοραπωλησιών. Πολύ κοντά ακολούθησαν οι κατοικίες από 76 έως 100 τ.μ., συγκεντρώνοντας ποσοστό 25,9%. Συνολικά, περισσότεροι από ένας στους δύο αγοραστές επέλεξαν ακίνητο αυτής της κατηγορίας, επιβεβαιώνοντας ότι τα μεσαίου μεγέθους διαμερίσματα αποτελούν πλέον την κυρίαρχη επιλογή στην αγορά.
Τρίτη σε ζήτηση ήταν η κατηγορία των κατοικιών από 101 έως 150 τ.μ., η οποία αντιπροσώπευσε το 20,8% των συναλλαγών που πραγματοποίησε η REMAX Ελλάς, η οποία διαθέτει δίκτυο 91 γραφείων και περισσότερους από 1.200 συμβούλους ακινήτων σε όλη την επικράτεια.
Ακολούθησαν τα μικρότερα ακίνητα, έως 50 τετραγωνικά μέτρα, τα οποία συγκέντρωσαν το 19,2% των αγοραπωλησιών. Η επίδοσή τους αποδίδεται κυρίως στη διαχρονικά υψηλή επενδυτική ζήτηση, καθώς τα συγκεκριμένα ακίνητα παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλή τόσο για εκμετάλλευση μέσω μίσθωσης όσο και για όσους αναζητούν πιο ευέλικτες κατοικίες σε μεγάλα αστικά κέντρα ή τουριστικές περιοχές.
Στον αντίποδα, περιορισμένη ήταν η συμμετοχή των μεγάλων κατοικιών στην αγορά. Τα ακίνητα άνω των 151 τετραγωνικών μέτρων κάλυψαν μόλις το 7,7% των συνολικών συναλλαγών, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη κατηγορία εξακολουθεί να απευθύνεται σε μικρότερο αριθμό αγοραστών.
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της REMAX Ελλάς καταδεικνύει ότι οι αποφάσεις των αγοραστών καθοδηγούνται ολοένα και περισσότερο από τη σχέση αξίας και κόστους. Οι ενδιαφερόμενοι αναζητούν κατοικίες που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες στεγαστικές ανάγκες, προσφέροντας παράλληλα χαμηλότερες δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης, σε μια περίοδο όπου το κόστος διαβίωσης εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα στις επενδυτικές και στεγαστικές επιλογές.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι η ζήτηση στην ελληνική αγορά ακινήτων παραμένει προσανατολισμένη σε κατοικίες με ισορροπημένα χαρακτηριστικά, οι οποίες συνδυάζουν προσιτό τίμημα, λειτουργικούς χώρους και προοπτικές αξιοποίησης, είτε για ιδιοκατοίκηση είτε ως επενδυτικό προϊόν.