Θετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία εφόσον υπάρξει ομαλότητα στην αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή «βλέπει» στην τριμηνιαία έκθεση του το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).
Εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αλλά και στην παροχή κινήτρων για την αύξηση της απασχόλησης.
Οσον αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, εκτιμά ότι μετά την ολοκλήρωση του θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, και συμπληρωματικά στην προσέλκυση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής. Όσον αφορά τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, τονίζεται ότι θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
«Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε τον κυρίαρχο εξωγενή κλονισμό για την παγκόσμια οικονομία στις αρχές του 2026. Οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές —κυρίως μέσω των Στενών του Ορμούζ— επιτάχυναν τον πληθωρισμό και επιβράδυναν την ανάπτυξη σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο» τονίζει το ΓΠΚΒ.
Αυτό που σημειώνει είναι ότι σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2021–2022, η τρέχουσα διαταραχή εκτιμάται ως ηπιότερη, λόγω της μειωμένης ευρωπαϊκής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και της διάχυσής της μέσω διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.
Με τη διαφαινόμενη αποκλιμάκωση, οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης για το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό την προϋπόθεση σχετικά ταχείας ομαλοποίησης των αγορών ενέργειας.
Παρόλα αυτά η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις συστήνεται να είναι στοχευμένες και προσωρινές.
Ρυθμός ανάπτυξης
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γραφείο προχώρησε στην αναθεώρηση των προβλέψεων του για την πορεία της ελληνικής οικονομίας για φέτος στο 1,9%, από 2,0% στην έκθεση του Μαρτίου 2026, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,1%.
Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης παραμένει εξίσου σημαντική για τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Η θέση του Γραφείου, όπως έχει διατυπωθεί και σε προηγούμενες εκθέσεις, είναι ότι ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Τέτοιες πολιτικές περιλαμβάνουν τη μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας, ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα συμμετοχής στην αγορά εργασίας, καθώς και φορολογικά κίνητρα για την επιτάχυνση αποσβέσεων επενδυτικών σχεδίων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας με εξαγωγικές προοπτικές.
«Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν, συνδυαστικά, να συμβάλουν στην αντιμετώπιση δύο βασικών διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας: της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας και της εξάρτησης από κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας» τονίζεται χαρακτηριστικά.
Πληθωρισμός
Ο πληθωρισμός ανήλθε τον Μάιο του 2026 στο 4,9%, παραμένοντας αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%). Η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.
Δημοσιονομικές επιδόσεις
Σχετικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις, τονίζεται ότι το επίσημο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (ισοζύγιο) της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 σε όρους ESA 2010 διαμορφώθηκε στα 4.290 εκατ. ευρώ, ή 1,7% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε στα 12.131 εκατ. ευρώ, ή 4,9% του ΑΕΠ.
Για το τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2026 το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές καταγράφει πλεόνασμα 5.896 εκατ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 962 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2025. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ παρουσιάζουν αύξηση κατά 1.120 εκατ. ευρώ, οφειλόμενη εν μέρει στην σημαντική άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται αύξηση κατά 2.079 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2025, η οποία αποδίδεται στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 1.841 εκατ. ευρώ και την αύξηση των δαπανών ΠΔΕ και ΤΑΑ κατά 327 εκατ. ευρώ.
Ανεργία και απασχόληση
Το ποσοστό ανεργίας σημείωσε μικρή αύξηση. Σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας το α’ τρίμηνο του 2026 ανήλθε σε 9,5% έναντι 9,3% το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Ο αριθμός των ανέργων το α’ τρίμηνο του 2026 ανήλθε σε 454 χιλιάδες άτομα, αυξημένος κατά 13 χιλιάδες άτομα σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2025 (αύξηση 2,9%). Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παρουσίασε αύξηση (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες) όπως και ο αριθμός των απασχολουμένων (+1,4% τον τελευταίο χρόνο). Η ταυτόχρονη αύξηση της ανεργίας, της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και της απασχόλησης σημαίνει ότι η αυξημένη ζήτηση για εργατικό δυναμικό δεν απορρόφησε εξ ολοκλήρου την αυξημένη προσφορά.
Σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανά τύπο απασχόλησης, η αύξηση στην απασχόληση προήλθε από τις θέσεις πλήρους απασχόλησης οι οποίες, το α’ τρίμηνο του 2026 σημείωσαν αύξηση κατά 2,1% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2025, με τις θέσεις μερικής απασχόλησης να σημειώνουν σημαντική μείωση (11,0%).
Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η μερική απασχόληση κατά το α’ τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 5,1% του συνόλου της απασχόλησης (έναντι 5,9% στο α’ τρίμηνο του 2025), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην EE για το α’ τρίμηνο του 2026 ήταν 18,7% και για το ίδιο τρίμηνο του 2025 ήταν 18,6%. Με βάση τα στοιχεία του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, το ισοζύγιο ροών νέων θέσεων εργασίας (προσλήψεις μείον απολύσεις) για το α’ τρίμηνο του 2026 ήταν θετικό και ανήλθε στις 54.904 θέσεις εργασίας, αυξημένο (+3,3%) σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2025. Πιο συγκεκριμένα, το α΄ τρίμηνο του 2026 σημειώθηκαν 640.854 προσλήψεις με το 55,2% να είναι πλήρους απασχόλησης και οι υπόλοιπες μερικής ή εκ περιτροπής.