Περιορισμένες εκτιμά η Moody's ότι θα είναι οι επιπτώσεις για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες από τη νέα νομοθετική ρύθμιση για τα στεγαστικά δάνεια του Νόμου Κατσέλη, παρά το εκτιμώμενο κόστος των 700 εκατ. ευρώ. Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι η επιβάρυνση είναι απολύτως διαχειρίσιμη, δεν επηρεάζει τα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών και μπορεί να απορροφηθεί από την ισχυρή κερδοφορία και τα κεφαλαιακά τους αποθέματα.
Στην πρόσφατη ανάλυσή της, η Moody's υπενθυμίζει ότι στις 24 Ιουνίου η Βουλή ενέκρινε τη νομοθετική τροπολογία με την οποία αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των τόκων στα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του Νόμου Κατσέλη (Ν. 3869/2010).
Με τη νέα διάταξη, οι τόκοι θα υπολογίζονται πλέον επί της μηνιαίας δόσης που έχει οριστεί με δικαστική απόφαση και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου. Παράλληλα, η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ, καθώς οι τόκοι που έχουν ήδη καταβληθεί καθ' υπέρβαση από συνεπείς δανειολήπτες θα λογίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας το υπόλοιπο του δανείου και συντομεύοντας τη διάρκεια εξόφλησής του.
Η ψήφιση της τροπολογίας ακολούθησε τη σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου που είχε εκδοθεί τον περασμένο Φεβρουάριο.
Κόστος 700 εκατ. ευρώ για τις συστημικές τράπεζες
Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι η συνολική οικονομική επίπτωση για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες – Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank – θα διαμορφωθεί περίπου στα 700 εκατ. ευρώ.
Από το ποσό αυτό:
-
περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν απώλεια μελλοντικών εσόδων από τόκους σε αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια ύψους περίπου 16,5 δισ. ευρώ, σε χρονικό ορίζοντα 20 ετών,
-
ενώ τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ σχετίζονται με την αναδρομική αναγνώριση τόκων που είχαν καταβληθεί καθ' υπέρβαση.
Παρά το ύψος της επιβάρυνσης, η Moody's εκτιμά ότι το κόστος δεν είναι ικανό να επηρεάσει την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών τραπεζών, ούτε τη φερεγγυότητα ή τις προοπτικές κερδοφορίας τους.
Ο ρόλος του «Ηρακλή»
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, τα 500 εκατ. ευρώ που αφορούν τις μελλοντικές απώλειες τόκων αναμένεται να απορροφηθούν από το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής» (Hercules Asset Protection Scheme – HAPS).
Με τον τρόπο αυτό θα καλυφθούν τυχόν ελλείμματα στις ταμειακές ροές των δανείων του Νόμου Κατσέλη, χωρίς να επηρεαστεί η εξυπηρέτηση των κρατικά εγγυημένων ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes) που διακρατούν οι τέσσερις τράπεζες.
Αντίθετα, η επιβάρυνση των 200 εκατ. ευρώ από την αναδρομική αναγνώριση τόκων θα επιμεριστεί περίπου ισομερώς μεταξύ των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), χωρίς να προκύπτει δημοσιονομικό κόστος για το Ελληνικό Δημόσιο.
Πρόσθετες προβλέψεις στο τρίτο τρίμηνο
Οι αναλυτές της Moody's εκτιμούν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα προχωρήσουν σε εφάπαξ πρόσθετες προβλέψεις κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, ώστε να καλύψουν το μερίδιο της επιβάρυνσης που τους αναλογεί.
Ωστόσο, σημειώνουν ότι το κόστος παραμένει ιδιαίτερα περιορισμένο σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη του κλάδου, καθώς τα συνολικά έσοδα προ προβλέψεων των τραπεζών ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025.
Επιπλέον, η επιβάρυνση μπορεί να απορροφηθεί είτε μέσω των πρόσθετων προβλέψεων που έχουν ήδη σχηματίσει οι διοικήσεις είτε μέσω των ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων τους, τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά υψηλότερα από τις εποπτικές απαιτήσεις της διαδικασίας SREP.
Τον Μάρτιο του 2026 οι δείκτες Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (CET1) των τεσσάρων τραπεζών κυμαίνονταν μεταξύ 13% και 17%, επίπεδα που, σύμφωνα με τη Moody's, επαρκούν για την απορρόφηση μιας τέτοιας εφάπαξ επιβάρυνσης.
Γιατί η Moody's θεωρεί περιορισμένο τον κίνδυνο
Ο οίκος αξιολόγησης στηρίζει τη θετική του εκτίμηση σε τρεις βασικούς διαρθρωτικούς παράγοντες.
Πρώτον, η μεγάλη πλειονότητα των στεγαστικών δανείων που είχαν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη έχει ήδη απομακρυνθεί από τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω των τιτλοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» την περίοδο 2019-2020, αφήνοντας περιορισμένη άμεση έκθεση στον νέο τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Δεύτερον, οι τράπεζες διατηρούν κυρίως τις κρατικά εγγυημένες ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes), οι οποίες προστατεύονται από τον μηχανισμό του HAPS. Αντίθετα, οι ομολογίες μεσαίας και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (mezzanine και junior notes), όπου συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος από τις ταμειακές ροές, βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών επενδυτών.
Τρίτον, η αναδρομική ευθύνη των τραπεζών περιορίζεται αποκλειστικά στο διάστημα από τον Αύγουστο του 2010 έως την ημερομηνία τιτλοποίησης των σχετικών δανείων, όταν αυτά εξακολουθούσαν να βρίσκονται στους ισολογισμούς τους.
Οι τρεις κίνδυνοι που παρακολουθεί ο οίκος
Παρότι η Moody's διατηρεί θετική αξιολόγηση για τις επιπτώσεις της νέας ρύθμισης, επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τρεις παράγοντες αβεβαιότητας.
Ο πρώτος αφορά το ενδεχόμενο νέων δικαστικών προσφυγών, εάν αμφισβητηθεί επιτυχώς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η εξαίρεση που στερεί το δικαίωμα επιστροφής ποσών σε δανειολήπτες των οποίων οι ρυθμίσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες.
Ο δεύτερος σχετίζεται με πιθανή επέκταση της εφαρμογής της ρύθμισης και σε δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό ή σε διμερείς αναδιαρθρώσεις, μέσω πιλοτικών δικαστικών αποφάσεων, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει αισθητά το συνολικό κόστος.
Ο τρίτος κίνδυνος αφορά το τελικό ύψος της οικονομικής επιβάρυνσης. Η Moody's σημειώνει ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ της κυβερνητικής εκτίμησης των 700 εκατ. ευρώ και των υπολογισμών του κλάδου, οι οποίοι – βάσει σχετικής μελέτης της KPMG για λογαριασμό της Ένωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων – ανεβάζουν το συνολικό κόστος ακόμη και στα 1,3 δισ. ευρώ. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενδέχεται να απαιτηθεί αναθεώρηση των επιχειρηματικών σχεδίων του προγράμματος «Ηρακλής» και μεγαλύτερη συμμετοχή των τραπεζών στην κάλυψη της επιβάρυνσης.
Παρά τα παραπάνω, η Moody's ξεκαθαρίζει ότι κανένα από αυτά τα σενάρια δεν αποτελεί μέρος του βασικού της σεναρίου. Ωστόσο, εφόσον κάποιος από τους κινδύνους αυτούς υλοποιηθεί, ο οίκος θα επανεξετάσει τις εκτιμήσεις του σχετικά με τις επιπτώσεις στα πιστωτικά προφίλ των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών.