Η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία, με τον ΟΟΣΑ να προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη ένταση στην περιοχή θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα νέο κύμα ύφεσης, υψηλού πληθωρισμού και σοβαρών αναταράξεων στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση οικονομικών προοπτικών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, την οποία επικαλείται το Bloomberg, η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας συνδέεται πλέον άμεσα με τις εξελίξεις στη σύγκρουση Ιράν–ΗΠΑ και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι πληθωριστικές πιέσεις και η υποχώρηση της ζήτησης θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Ο οργανισμός αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις του για τον πληθωρισμό έως το 2027, διατηρώντας παράλληλα τις ήδη υποτονικές εκτιμήσεις για την παγκόσμια ανάπτυξη. Όπως επισημαίνεται, ακόμη και ένα σενάριο προσωρινής διαταραχής αρκεί για να επιβαρύνει το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ενώ μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνθήκες που θυμίζουν τις πιο δύσκολες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών.
Σενάριο ύφεσης και εκτίναξης του πληθωρισμού
Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ γίνονται ακόμη πιο ανησυχητικές στο δυσμενές σενάριο, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι επιπτώσεις τους στις ενεργειακές αγορές παρατείνονται έως το 2027.
Σε αυτή την περίπτωση, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας θα μπορούσε να περιοριστεί στο μόλις 1,8%, επίπεδο που θα σηματοδοτούσε μία από τις μεγαλύτερες επιβραδύνσεις των τελευταίων 40 ετών, εξαιρουμένων της πανδημίας και της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009.
Παράλληλα, ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα ενισχυόταν κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες φέτος και κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2027, επιβαρύνοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις.
«Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει εξελιχθεί στον βασικό παράγοντα που διαμορφώνει τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας», τόνισε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Στέφανο Σκαρπέτα, προειδοποιώντας ότι «η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται και πάλι υπό πίεση».
Η αξιολόγηση του Οργανισμού αποτελεί ουσιαστικά μια προειδοποίηση για το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετωπίζει η διεθνής οικονομία, εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Ωστόσο, οι συνεχείς στρατιωτικές απειλές και οι διπλωματικές εμπλοκές καθιστούν εξαιρετικά αβέβαιη οποιαδήποτε πρόβλεψη για την εξέλιξη της κρίσης.
Αγορές και κεντρικές τράπεζες σε δύσκολη εξίσωση
Η παρατεταμένη αστάθεια δεν απειλεί μόνο την ανάπτυξη αλλά και τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι μια μακρά περίοδος έντασης θα μπορούσε να αυξήσει την ανεργία, να περιορίσει τις επενδύσεις — ακόμη και σε τομείς αιχμής όπως η τεχνητή νοημοσύνη — και να προκαλέσει νέα κύματα ανατιμολόγησης περιουσιακών στοιχείων.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν μια εξαιρετικά δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση. Αν και πιθανότατα θα χρειαστούν νέα μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τα περιθώρια παρέμβασης παραμένουν περιορισμένα λόγω των υψηλών επιπέδων δημόσιου χρέους που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει μάλιστα ότι οι γενικευμένες επιδοτήσεις στην κατανάλωση ενέργειας ενδέχεται να έχουν ανεπιθύμητα αποτελέσματα, καθώς ενισχύουν τη ζήτηση σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά παραμένει περιορισμένη.
Αντίστοιχα σύνθετο είναι και το έργο των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη περιορισμού του πληθωρισμού και στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας.
Στο βασικό σενάριο του ΟΟΣΑ προβλέπονται ορισμένες αυξήσεις επιτοκίων πριν ξεκινήσει ένας νέος κύκλος μειώσεων το 2027. Ωστόσο, εάν η κρίση επιδεινωθεί και οι πληθωριστικές πιέσεις ενταθούν, τα βασικά επιτόκια θα μπορούσαν να αυξηθούν επιπλέον κατά 50 έως 75 μονάδες βάσης στις περισσότερες οικονομίες.
Σε ένα ακόμη πιο ακραίο σενάριο, όπου οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινωθούν σημαντικά, οι κεντρικές τράπεζες ίσως αναγκαστούν να επανεξετάσουν τη στρατηγική απόσυρσης των έκτακτων μέτρων στήριξης και να επιστρέψουν σε εργαλεία όπως η ποσοτική χαλάρωση ή οι ειδικές πράξεις παροχής ρευστότητας.
Όπως σημειώνει ο Σκαρπέτα, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να ανεχθούν προσωρινές αυξήσεις τιμών που προέρχονται από προβλήματα στην προσφορά, εφόσον οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν υπό έλεγχο. Προειδοποιεί ωστόσο ότι εάν οι πιέσεις επεκταθούν σε ευρύτερα τμήματα της οικονομίας ή η ανάπτυξη επιβραδυνθεί σημαντικά, τότε η παρέμβαση των αρχών θα καταστεί αναπόφευκτη.