Στα 1.050 ευρώ διαμορφώνεται ο μέσος πρόσθετος φόρος για όσους λαμβάνουν χρεωστικό εκκαθαριστικό στις φετινές φορολογικές δηλώσεις, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της διαδικασίας. Το ποσό αυτό λειτουργεί ως βασικός δείκτης για την εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι στιγμής, αναδεικνύοντας ότι, παρότι η πλειονότητα των φορολογουμένων δεν επιβαρύνεται, όσοι καλούνται να πληρώσουν αντιμετωπίζουν σημαντικό οικονομικό βάρος.
Περίπου 450.000 δηλώσεις έχουν ήδη υποβληθεί, προσφέροντας μια πρώτη σαφή αποτύπωση των αποτελεσμάτων. Από αυτές, περισσότεροι από 109.000 φορολογούμενοι έχουν λάβει χρεωστικό εκκαθαριστικό, δηλαδή περίπου ένας στους τέσσερις καλείται να καταβάλει επιπλέον φόρο. Το συνολικό ποσό που έχει βεβαιωθεί ξεπερνά τα 114 εκατομμύρια ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένη ομάδα πολιτών.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία των φετινών δηλώσεων είναι η μεγάλη απόσταση μεταξύ των ποσών που καταβάλλονται και εκείνων που επιστρέφονται. Οι φορολογούμενοι με χρεωστικό αποτέλεσμα καλούνται να πληρώσουν κατά μέσο όρο 1.050 ευρώ, ενώ όσοι δικαιούνται επιστροφή λαμβάνουν αισθητά μικρότερα ποσά.
Συγκεκριμένα, η μέση επιστροφή φόρου διαμορφώνεται περίπου στα 290 ευρώ, γεγονός που δημιουργεί διαφορά άνω των 750 ευρώ μεταξύ χρεώσεων και επιστροφών. Με άλλα λόγια, τα ποσά που πληρώνουν όσοι έχουν επιβάρυνση είναι πολλαπλάσια εκείνων που λαμβάνουν οι φορολογούμενοι με πιστωτικό εκκαθαριστικό.
Ήδη περίπου 40.000 φορολογούμενοι έχουν λάβει επιστροφή στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί φτάνει τα 8,7 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η μέση επιστροφή για όσους έχουν ήδη πληρωθεί διαμορφώνεται στα 219 ευρώ. Οι επιστροφές πραγματοποιούνται με σχετικά γρήγορους ρυθμούς, κυρίως όταν δεν υπάρχουν οφειλές προς συμψηφισμό ή εκκρεμότητες στα στοιχεία.
Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των δηλώσεων δεν οδηγεί σε πρόσθετη επιβάρυνση. Περίπου το 75% των εκκαθαρισμένων δηλώσεων είναι μηδενικές ή πιστωτικές, γεγονός που σημαίνει ότι τρεις στους τέσσερις φορολογουμένους δεν καλούνται να πληρώσουν επιπλέον φόρο. Παρά τη συνολικά ήπια εικόνα, η πίεση εντοπίζεται στο υπόλοιπο ποσοστό που συγκεντρώνει σημαντικές οφειλές.
Η πρώτη δόση του φόρου θα πρέπει να καταβληθεί έως τα τέλη Ιουλίου, ενώ παρέχεται η δυνατότητα εξόφλησης σε οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την τελευταία να καταβάλλεται έως τον Φεβρουάριο του 2027. Για όσους επιλέξουν εφάπαξ εξόφληση προβλέπεται έκπτωση που μπορεί να φτάσει έως και το 4%, ανάλογα με τον χρόνο υποβολής της δήλωσης, λειτουργώντας ως κίνητρο για έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται μέχρι στιγμής είναι διττή: από τη μία πλευρά, η πλειονότητα των φορολογουμένων δεν επιβαρύνεται ή λαμβάνει περιορισμένες επιστροφές· από την άλλη, ένα σημαντικό ποσοστό καλείται να πληρώσει ποσά που ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 1.000 ευρώ. Καθώς η διαδικασία συνεχίζεται και εκατομμύρια δηλώσεις αναμένεται να υποβληθούν το επόμενο διάστημα, τα στοιχεία μπορεί να διαφοροποιηθούν, ωστόσο το βασικό συμπέρασμα παραμένει: οι επιστροφές κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ οι επιβαρύνσεις για όσους έχουν χρεωστικό αποτέλεσμα παραμένουν υψηλές.