Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση εισάγει αλλαγές σε πρόστιμα, συναλλαγές με μετρητά, έλεγχο κρυπτονομισμάτων και διαδικασίες φορολογικής ερμηνείας. Μεταξύ άλλων προβλέπονται πρόστιμα 100 ευρώ για εκπρόθεσμες δηλώσεις χωρίς φόρο προς καταβολή, αυστηρότερο πλαίσιο για συναλλαγές άνω των 500 ευρώ σε μετρητά, νέος μηχανισμός ελέγχου για τα κρυπτονομίσματα και δυνατότητα εκ των προτέρων φορολογικής καθοδήγησης.
Οι ρυθμίσεις επηρεάζουν άμεσα επιχειρήσεις και επαγγελματίες, καθώς τροποποιούνται βασικοί κανόνες που αφορούν πρόστιμα, συναλλαγές και υποχρεώσεις δήλωσης. Παράλληλα, εισάγονται νέα εργαλεία για τη φορολογική διοίκηση, ενώ προβλέπονται παρεμβάσεις που αγγίζουν την αγορά ακινήτων και το τεκμαρτό εισόδημα.
Στο πεδίο των προστίμων, η βασική αλλαγή αφορά τις εκπρόθεσμες δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων και ΦΠΑ, όταν δεν προκύπτει φόρος προς πληρωμή. Στις περιπτώσεις αυτές, το πρόστιμο ορίζεται στα 100 ευρώ, ανεξάρτητα από το λογιστικό σύστημα που τηρεί ο υπόχρεος. Η ρύθμιση επιχειρεί να διορθώσει πρακτικές του παρελθόντος, όπου επιβάλλονταν υψηλότερες κυρώσεις ακόμη και για παραβάσεις χωρίς πραγματική φορολογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, προβλέπεται επανεξέταση παλαιότερων προστίμων που είχαν επιβληθεί σε μηδενικές ή πιστωτικές δηλώσεις. Όπου τα ποσά υπερβαίνουν το νέο όριο, θα διαγράφονται ή θα συμψηφίζονται με άλλες οφειλές, ενώ σε περιπτώσεις που έχουν ήδη καταβληθεί προβλέπεται επιστροφή στους φορολογούμενους.
Επιπλέον, εισάγεται εξαίρεση για ανηλίκους, καθώς δεν θα επιβάλλονται πρόστιμα για καθυστερημένες δηλώσεις που τους αφορούν. Η πρόβλεψη επεκτείνεται και στις δηλώσεις γονέων όταν περιλαμβάνονται εισοδήματα ανήλικων τέκνων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έλεγχο των συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα, με την εισαγωγή υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων από παρόχους σχετικών υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα οργανωμένο σύστημα παρακολούθησης, αντίστοιχο με εκείνο που ισχύει για άλλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, με στόχο τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων.
Για τη μη συμμόρφωση προβλέπεται σειρά προστίμων, τα οποία ξεκινούν από 100 ευρώ για καθυστερημένη υποβολή στοιχείων και αυξάνονται σημαντικά σε περιπτώσεις ελλιπών στοιχείων, μη συνεργασίας ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων.
Ταυτόχρονα, αλλάζει το πλαίσιο για τις συναλλαγές με μετρητά. Το όριο των 500 ευρώ παραμένει, ωστόσο πλέον εξετάζεται συνολικά ανά συναλλαγή και όχι ανά επιμέρους απόδειξη. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να «σπάει» μια συναλλαγή σε μικρότερα ποσά για να αποφευχθεί η υποχρέωση ηλεκτρονικής πληρωμής. Σε περίπτωση παραβίασης του κανόνα, το πρόστιμο διαμορφώνεται στο διπλάσιο του ποσού που καταβλήθηκε σε μετρητά, ενώ καθίσταται υποχρεωτική η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για συναλλαγές άνω των 500 ευρώ.
Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνεται και η εισαγωγή ενός νέου θεσμού, μέσω του οποίου επιχειρήσεις και φορολογούμενοι μπορούν να ζητούν εκ των προτέρων επίσημη ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας για συγκεκριμένες ενέργειες ή επενδύσεις. Η απάντηση της διοίκησης θα είναι δεσμευτική υπό προϋποθέσεις και στοχεύει στη μείωση της αβεβαιότητας σε σύνθετες υποθέσεις.
Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία νέου μητρώου για την ακίνητη περιουσία, το οποίο θα χρησιμοποιείται για την πιστοποίηση της κύριας κατοικίας και τη χορήγηση φορολογικών απαλλαγών, ιδίως σε μικρούς οικισμούς. Μέχρι την πλήρη λειτουργία του, θα συνεχίσει να εφαρμόζεται το υφιστάμενο σύστημα.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει επίσης ελαφρύνσεις για επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών, με μείωση του τεκμαρτού εισοδήματος και κατάργηση συγκεκριμένων επιβαρύνσεων που ίσχυαν έως σήμερα. Παράλληλα, η ανηλικότητα αναγνωρίζεται ως λόγος αμφισβήτησης τεκμαρτού εισοδήματος.
Τέλος, προβλέπεται η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τη διαχείριση συναλλαγών μη εξυπηρετούμενων δανείων, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς.
Συνολικά, το νέο νομοσχέδιο επιχειρεί να αναμορφώσει κρίσιμους τομείς της φορολογικής λειτουργίας, συνδυάζοντας την αυστηροποίηση των ελέγχων με στοχευμένες ελαφρύνσεις και μεγαλύτερη σαφήνεια στους κανόνες που διέπουν τις συναλλαγές και τις υποχρεώσεις των φορολογουμένων.