Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στην ήδη εύθραυστη παγκόσμια οικονομία, προειδοποίησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο CEOs Club. Όπως σημείωσε, πρόκειται για μια νέα αρνητική διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά κρίσεων των τελευταίων ετών: από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε, μέχρι την επιβολή δασμών από την αμερικανική κυβέρνηση την περασμένη χρονιά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μακροοικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας γεωπολιτικής έντασης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. Ωστόσο, ακόμη και στο σημερινό στάδιο, η κρίση λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μπορούν να επανεμφανιστούν γρήγορα, ιδιαίτερα μέσω των αγορών ενέργειας και των διαταραχών στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Ευρώπη, όπως υπογράμμισε, βρίσκεται στην «πρώτη γραμμή» αυτών των οικονομικών επιπτώσεων. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και με σημαντική εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη κάθε φορά που η διεθνής ενεργειακή αγορά κλυδωνίζεται.
Αρχικά, οι χρηματοπιστωτικές αγορές φάνηκαν να προεξοφλούν μια περιορισμένη και σύντομη σύγκρουση. Ωστόσο, η αβεβαιότητα έχει ενταθεί τις τελευταίες ημέρες, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο των κινδύνων να μετατοπίζεται προς χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό.
Η ένταση αντανακλάται ήδη στις αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν έντονες διακυμάνσεις, φθάνοντας προσωρινά τα 115-120 δολάρια το βαρέλι – τα υψηλότερα επίπεδα από το 2022. Στη συνέχεια υποχώρησαν κάτω από τα 80 δολάρια, πριν επανέλθουν κοντά στα 100 δολάρια, καθώς οι αγορές επανατιμολογούν συνεχώς τις εξελίξεις, τις πιθανές διαταραχές στην προσφορά και τους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Παράλληλα, τα διεθνή χρηματιστήρια κατέγραψαν απώλειες, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων κινήθηκαν ανοδικά, καθώς οι επενδυτές ενσωματώνουν πλέον υψηλότερο ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου και επαναξιολογούν τις προοπτικές για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να διαταράξει τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και ασφάλισης, καθώς τα πλοία αναγκάζονται να ακολουθούν μεγαλύτερες διαδρομές. Παράλληλα, η άνοδος των ενεργειακών τιμών μπορεί να συμπαρασύρει και άλλες βασικές πρώτες ύλες, όπως τα λιπάσματα, τα οποία αποτελούν κρίσιμη εισροή για την αγροτική παραγωγή.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, προειδοποίησε ο κ. Στουρνάρας, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα και κυρίως στις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας.
Η Ευρώπη, ειδικά, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις εξελίξεις στις αγορές ορυκτών καυσίμων και κυρίως στο φυσικό αέριο. Μετά τη σημαντική μείωση των ρωσικών προμηθειών, η ήπειρος βασίζεται ολοένα και περισσότερο στο εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), γεγονός που καθιστά τις ευρωπαϊκές τιμές ακόμη πιο ευαίσθητες σε διαταραχές της παγκόσμιας προσφοράς.
Συνολικά, όπως τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, οι καθοδικοί κίνδυνοι για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή ανάπτυξη έχουν αυξηθεί αισθητά, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύονται και οι ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό. Οι ακριβέστερες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την πορεία της οικονομίας και των τιμών θα παρουσιαστούν στις 19 Μαρτίου, μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.