Την ανάγκη ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και δημιουργίας ενός πραγματικά ενιαίου ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού χώρου, ικανού να κινητοποιεί τις αποταμιεύσεις και να τις διοχετεύει σε επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, αναδεικνύει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Σε συνέντευξή του στο τριμηνιαίο ενημερωτικό δελτίο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την Τραπεζική Εποπτεία, ο κ. Πιερρακάκης περιγράφει τις βασικές προτεραιότητες που πρέπει να έχει η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της διασυνοριακής τραπεζικής δραστηριότητας, στην απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και στην προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Όπως επισημαίνει, η Ευρώπη έχει ήδη πετύχει έναν κρίσιμο στόχο: να δημιουργήσει ένα τραπεζικό σύστημα ισχυρό, σταθερό και ανθεκτικό. Η επόμενη πρόκληση, ωστόσο, είναι διαφορετική: να καταστήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα μοχλό ανταγωνιστικότητας και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
Η ευρωπαϊκή οικονομία, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Eurogroup, χρειάζεται περισσότερα κεφάλαια για την καινοτομία, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την άμυνα, τις υποδομές και τις επιχειρήσεις που θα διαμορφώσουν το παραγωγικό μοντέλο της επόμενης ημέρας.
Από την ανθεκτικότητα στην ανταγωνιστικότητα
Ο κ. Πιερρακάκης υπογραμμίζει ότι η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και ένας ανταγωνιστικός τραπεζικός τομέας αποτελούν δύο αλληλένδετες πλευρές της ίδιας στρατηγικής.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν η βασική πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας και, ως εκ τούτου, η επιτυχία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων προϋποθέτει τράπεζες που μπορούν να λειτουργούν σε πραγματικά ευρωπαϊκή κλίμακα, να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά και να κατευθύνουν αποτελεσματικά κεφάλαια προς τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρώπης.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι η πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, θέτοντας τρεις βασικές προτεραιότητες.
Πρώτον, η διασυνοριακή τραπεζική δραστηριότητα θα πρέπει να γίνει κανόνας και όχι εξαίρεση. Κεφάλαια και ρευστότητα πρέπει να μπορούν να κινούνται πιο ελεύθερα εντός της Τραπεζικής Ένωσης, με ισχυρότερες κοινές δικλίδες ασφαλείας και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των εποπτικών αρχών.
Δεύτερον, απαιτείται ένα κανονιστικό πλαίσιο που να συνδυάζει ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα. Η προσαρμογή των κανόνων, όπως εξηγεί, δεν σημαίνει χαλάρωση των εποπτικών προτύπων, αλλά δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου και αποτελεσματικού πλαισίου που θα στηρίζει τις επενδύσεις, την καινοτομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Τρίτον, χρειάζεται απλούστευση. Η υπερβολική διοικητική και κανονιστική πολυπλοκότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, ξεπερνά τα όρια του τραπεζικού κλάδου. Η Ευρώπη διαθέτει αποταμιεύσεις, ταλέντο και φιλοδοξία, αλλά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να συνδέσει αποτελεσματικά τις αποταμιεύσεις με τις επενδυτικές ευκαιρίες που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση της επόμενης φάσης ανάπτυξής της.
EDIS: Η ενοποίηση ως στρατηγική ανάγκη
Σε ό,τι αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS), ο πρόεδρος του Eurogroup θεωρεί ότι απαιτείται αλλαγή οπτικής. Η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην ισορροπία μεταξύ μείωσης και επιμερισμού των κινδύνων.
Όπως υπογραμμίζει, ο κατακερματισμός αποτελεί πλέον όχι μόνο χρηματοπιστωτική αναποτελεσματικότητα αλλά και στρατηγική ευπάθεια. Το ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να χρηματοδοτήσει το μέλλον της όσο η τραπεζική αγορά παραμένει διαιρεμένη από εθνικά σύνορα.
Η κοινή προστασία των καταθέσεων και η ενοποίηση της αγοράς, συνεπώς, θα πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα.
Ο κ. Πιερρακάκης παραπέμπει στη συμφωνία του Eurogroup του 2022, βάσει της οποίας πρώτα πρέπει να ενισχυθεί το κοινό πλαίσιο διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων και τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων και στη συνέχεια να αξιολογηθούν τα υπόλοιπα στοιχεία που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης.
Η μεταρρύθμιση του πλαισίου CMDI, που υιοθετήθηκε φέτος, ολοκληρώνει το πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας, βελτιώνοντας τη διαχείριση τραπεζικών αποτυχιών, ενισχύοντας την προστασία των καταθετών και περιορίζοντας την επιβάρυνση των φορολογουμένων. Επόμενη προτεραιότητα είναι η αποτελεσματική εφαρμογή του.
Θετικά αξιολογεί επίσης την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αντικαταστήσει την πρόταση του 2015 για το EDIS με ένα απλούστερο πλαίσιο, το οποίο θα κατανέμει πιο ισορροπημένα τις αρμοδιότητες και τη χρηματοδότηση μεταξύ εθνικού και κεντρικού επιπέδου, θα αντιμετωπίζει πιθανά προβλήματα ρευστότητας και θα διασφαλίζει ισότιμη προστασία των καλυπτόμενων καταθέσεων σε ολόκληρη την Τραπεζική Ένωση.
Το πρόγραμμα εργασιών του Eurogroup για τον Ιούλιο, προσθέτει, παρέχει τον οδικό χάρτη για το δεύτερο στάδιο: την αξιολόγηση της προόδου από το 2022 και τον εντοπισμό, μέσω συναινετικής διαδικασίας, των πρόσθετων μέτρων που απαιτούνται για την άρση των τελευταίων εμποδίων στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα της ευρωζώνης, ενόψει των νομοθετικών προτάσεων που αναμένεται να παρουσιάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2027.
«Το Eurogroup πρέπει να κοιτάζει το μέλλον»
Ο πρόεδρος του Eurogroup αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του θεσμού σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων.
«Όσο ισχυρότερη θέλει να γίνει η Ευρώπη, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο οικονομικός συντονισμός», σημειώνει, αναφερόμενος στην επιβράδυνση της παραγωγικότητας, τον διεθνή ανταγωνισμό, τον γεωπολιτικό κατακερματισμό, τις αυξημένες επενδυτικές ανάγκες και το μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιδιαίτερη αξία του Eurogroup έγκειται στην ικανότητά του να δημιουργεί ένα «κοινό λεξιλόγιο» μεταξύ των υπουργών Οικονομικών. Η πολιτική σύγκλιση, όπως εξηγεί, είναι συχνά το πρώτο βήμα για την επίτευξη νομοθετικών συμφωνιών.
Το Eurogroup έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο από τη διαχείριση της κρίσης δημόσιου χρέους και της πανδημίας έως τις συζητήσεις για το ψηφιακό ευρώ, την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την Τραπεζική Ένωση. Πρόσφατα, διαμορφώθηκε επίσης κοινή προσέγγιση για τον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα της ψηφιακής χρηματοδότησης.
Ο κ. Πιερρακάκης δηλώνει ότι επιθυμεί ένα Eurogroup πιο δυναμικό, με ισχυρότερο στρατηγικό προσανατολισμό και μεγαλύτερη έμφαση στις μελλοντικές προκλήσεις.
Στην κορυφή της ατζέντας παραμένει ο συντονισμός των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορίζονται, ενώ αυξάνονται οι ανάγκες για επενδύσεις στην άμυνα, την πράσινη μετάβαση, την ψηφιοποίηση και την αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, στηρίζει την πρωτοβουλία για την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, η οποία δεν περιορίζεται στο ύψος των δαπανών, αλλά εξετάζει την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και τη διακυβέρνησή τους.
Παράλληλα, το Eurogroup, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, πρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε διαρθρωτικές αλλαγές όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις, το ευρωπαϊκό επενδυτικό κενό, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός και η οικονομική κυριαρχία.
Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα αποτελέσουν, όπως αναφέρει, βασικές προτεραιότητες της θητείας του στην προεδρία του Eurogroup.
Τραπεζικός τομέας: Ανθεκτικότητα αλλά και μεγαλύτερη κλίμακα
Αναφερόμενος στην ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, ο κ. Πιερρακάκης υπογραμμίζει ότι η ανθεκτικότητα παραμένει θεμέλιο, αλλά πλέον δεν αρκεί.
Η Ευρώπη διαθέτει ιδέες, ταλέντο και επιστημονική αριστεία, όμως οι καινοτόμες επιχειρήσεις συχνά δεν έχουν το χρηματοδοτικό βάθος και την απαιτούμενη κλίμακα για να εξελιχθούν σε επιχειρήσεις παγκόσμιας εμβέλειας.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων μπορεί να κινητοποιήσει τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, οι οποίες συχνά παραμένουν σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης αντί να διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η πρωτοβουλία αυτή πρέπει να συμπληρωθεί από την Τραπεζική Ένωση.
Οι τράπεζες παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας και θα παραμείνουν, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η βασική πηγή χρηματοδότησης.
Οι εργασίες του Eurogroup θα πρέπει, κατά τον κ. Πιερρακάκη, να επικεντρωθούν σε τρεις άξονες: την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης με την εφαρμογή του νέου πλαισίου CMDI, τη διευκόλυνση της διασυνοριακής τραπεζικής δραστηριότητας και ενοποίησης και τη διαμόρφωση συναίνεσης για την απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου χωρίς υποχώρηση από τα πρότυπα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Στόχος είναι ένας τραπεζικός τομέας «ανθεκτικός, ανταγωνιστικός και πραγματικά ευρωπαϊκός», ο οποίος θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και θα χρηματοδοτεί την ανάπτυξη και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Απλούστεροι κανόνες χωρίς χαλάρωση της εποπτείας
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο πρόεδρος του Eurogroup στην ανάγκη απλοποίησης των κανόνων. Όπως ξεκαθαρίζει, απλούστευση δεν σημαίνει αποδυνάμωση των δικλίδων ασφαλείας.
Η ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος αποτελεί αποτέλεσμα πολυετούς προσπάθειας τραπεζών και εποπτικών αρχών και παραμένει βασική προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ταυτόχρονα, όμως, η υπερβολική πολυπλοκότητα μπορεί να καταστήσει το πλαίσιο λιγότερο διαφανές, δυσκολότερο στην εποπτεία και ακριβότερο στη λειτουργία του. Το ζητούμενο είναι ένα σύστημα αυστηρό, αλλά παράλληλα συνεκτικό, αναλογικό και προβλέψιμο.
Καθοριστικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι εποπτικές αρχές, μέσω στενότερου συντονισμού, σαφέστερων εποπτικών προσδοκιών και συνεπέστερης εφαρμογής του Single Rulebook. Οι τράπεζες, όπως υπογραμμίζει, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων ευρωπαϊκών κανόνων ανάλογα με το κράτος-μέλος στο οποίο δραστηριοποιούνται.
Η τεχνολογία μπορεί επίσης να περιορίσει το διοικητικό βάρος. Η καλύτερη ανταλλαγή δεδομένων, η εναρμόνιση των υποχρεώσεων αναφοράς και η εφαρμογή της αρχής «συλλέγουμε μία φορά και επαναχρησιμοποιούμε όπου είναι εφικτό» μπορούν να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσης και να προσφέρουν στις εποπτικές αρχές πιο έγκαιρη εικόνα των κινδύνων.
Το μάθημα του gov.gr στην τραπεζική εποπτεία
Η εμπειρία του κ. Πιερρακάκη από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του ελληνικού Δημοσίου αποτελεί, όπως λέει, σημαντική παρακαταθήκη και για την τραπεζική εποπτεία.
Το βασικό μάθημα του gov.gr, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αφορά απλώς τη μεταφορά των υφιστάμενων διαδικασιών στο διαδίκτυο, αλλά τον επανασχεδιασμό του τρόπου λειτουργίας των θεσμών.
Στην τραπεζική εποπτεία, όλα ξεκινούν από τα δεδομένα. Καλύτερα δεδομένα σημαίνουν καλύτερη εποπτεία και, τελικά, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Όπως ακριβώς στο gov.gr οι πολίτες δεν χρειάζεται να υποβάλλουν επανειλημμένα τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετικές υπηρεσίες, έτσι και οι τράπεζες δεν θα πρέπει να υποβάλλουν τα ίδια στοιχεία σε διαφορετικές εποπτικές αρχές και σε διαφορετικές μορφές.
Η διαλειτουργικότητα αποτελεί, κατά τον ίδιο, κρίσιμο ζητούμενο. Η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA), οι εθνικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης θα μπορούσαν να λειτουργούν πάνω σε κοινή βάση υψηλής ποιότητας δεδομένων, αντί να βασίζονται σε κατακερματισμένες αναφορές και επαναλαμβανόμενα αιτήματα.
Παράλληλα, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι προηγμένες τεχνικές ανάλυσης δεδομένων μπορούν να βοηθήσουν τις εποπτικές αρχές να εντοπίζουν νωρίτερα αναδυόμενους κινδύνους και ανωμαλίες. Η αξία της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως υπογραμμίζει, δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση της ανθρώπινης κρίσης, αλλά στη δυνατότητα των εποπτών να θέτουν νωρίτερα τα σωστά ερωτήματα και να λαμβάνουν καλύτερα τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Τεχνητή Νοημοσύνη και κυβερνοασφάλεια
Στο μέτωπο της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο κ. Πιερρακάκης θεωρεί ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση: να προστατεύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τους νέους λειτουργικούς και κυβερνο-κινδύνους, αλλά ταυτόχρονα να μην μείνει πίσω στην αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Η λειτουργική ανθεκτικότητα πρέπει να εξελίσσεται παράλληλα με την τεχνολογική καινοτομία. Αυτό απαιτεί ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση, ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία, ισχυρή κυβερνοασφάλεια, έγκαιρες ενημερώσεις ασφαλείας και συνεχή δοκιμή της ανθεκτικότητας των συστημάτων.
Ο ίδιος συνδέει την τεχνολογική ανθεκτικότητα και με το ζήτημα της κλίμακας. Όπως επισημαίνει, ακόμη και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν σχετικά μικρές σε σύγκριση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους. Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της ευρωζώνης έχουν συνολικά μέγεθος αντίστοιχο με εκείνο των μεγαλύτερων τραπεζών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας, εξυπηρετώντας όμως μια πολύ μεγαλύτερη αγορά, ενώ υπολείπονται σημαντικά των μεγαλύτερων τραπεζών των ΗΠΑ και της Κίνας.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ο περιορισμένος βαθμός διασυνοριακής ενοποίησης. Η κλίμακα, όπως τονίζει, καθορίζει ολοένα περισσότερο τη δυνατότητα επενδύσεων σε τεχνολογίες αιχμής. Οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες επενδύουν στην τεχνολογία, ως ποσοστό του ενεργητικού τους, σημαντικά λιγότερο από τις αμερικανικές.
Για τον λόγο αυτό, ο κ. Πιερρακάκης έχει θέσει στο Eurogroup την ανάγκη ουσιαστικής συζήτησης για τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα και να προχωρήσουν σε περισσότερη διασυνοριακή ενοποίηση.
Το ελληνικό μάθημα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
Η εμπειρία της Ελλάδας από τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί, σύμφωνα με τον υπουργό, σημαντική πηγή διδαγμάτων για ολόκληρη την Ευρώπη.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι η αποτροπή της δημιουργίας τους εξαρχής.
Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας, όπως σημειώνει, έχει αλλάξει ριζικά την τελευταία δεκαετία. Οι ισολογισμοί έχουν σε μεγάλο βαθμό εξυγιανθεί, η ποιότητα του ενεργητικού έχει βελτιωθεί σημαντικά και οι τράπεζες βρίσκονται πλέον σε πολύ καλύτερη θέση να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις και ανάπτυξη.
Το σημαντικότερο δίδαγμα είναι η ανάγκη για συνετή χορήγηση πιστώσεων. Τα αυστηρά πρότυπα πιστοδοτήσεων αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι σε μελλοντικές επιδεινώσεις της ποιότητας του ενεργητικού, ιδιαίτερα σε περιόδους ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, όταν αυξάνεται ο κίνδυνος χαλάρωσης των κριτηρίων χορήγησης.
Παράλληλα, η εποπτεία πρέπει να είναι προληπτική και μακροπρόθεσμη, με στόχο όχι μόνο τον εντοπισμό των σημερινών κινδύνων αλλά και την πρόληψη εκείνων του αύριο. Αυτό απαιτεί δεδομένα υψηλής ποιότητας, αναλογική εποπτεία και έγκαιρες παρεμβάσεις.
Κατά τον κ. Πιερρακάκη, ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του ελληνικού τραπεζικού τομέα είναι η εμπέδωση μιας ισχυρότερης κουλτούρας διαχείρισης κινδύνων και πιστωτικής πειθαρχίας.
Και το βασικό μήνυμα από την ελληνική εμπειρία είναι ότι η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Είναι το θεμέλιο ενός τραπεζικού συστήματος που μπορεί να χρηματοδοτεί με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση το μέλλον, στηρίζοντας την ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα, χωρίς να διακυβεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλη τη διάρκεια του πιστωτικού κύκλου.