Σε τροχιά επανεξέτασης μπαίνουν τα πρόστιμα για τις εκπρόθεσμες δηλώσεις από τις οποίες δεν προκύπτει φόρος, μετά από παρέμβαση της Διαρκούς Επιτροπής για την αρωγή της φορολογικής πολιτικής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι κυρώσεις που φθάνουν έως και τα 500 ευρώ ανά παράβαση, οι οποίες κρίνονται δυσανάλογες σε περιπτώσεις μηδενικών ή πιστωτικών δηλώσεων. Η Επιτροπή, που λειτουργεί ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στο υπουργείο και τους κοινωνικούς φορείς σε θέματα φορολογίας, εισηγείται να μπει φρένο στην πρακτική των δυσανάλογων προστίμων σε περιπτώσεις μηδενικών ή πιστωτικών δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων και ΦΠΑ.
Όπως τονίζεται, όταν από μια δήλωση δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση, η επιβολή υψηλών κυρώσεων λόγω καθυστέρησης δεν ενισχύει τη φορολογική συμμόρφωση ούτε υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Η συγκεκριμένη διάταξη έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις από επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς προβλέπει πρόστιμα 250 ή 500 ευρώ, ανάλογα με το αν τηρείται απλογραφικό ή διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, για εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ ακόμη και όταν αυτές είναι μηδενικές ή πιστωτικές.
Οι επαγγελματίες μιλούν για δυσανάλογες κυρώσεις, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τη βαρύτητα της παράβασης και δεν συνδέονται με πραγματική δημοσιονομική ζημία. Ιδίως στις μηδενικές ή πιστωτικές δηλώσεις, όπου δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου, η επιβολή υψηλών προστίμων θεωρείται από την αγορά υπερβολική και αποσυνδεδεμένη από την ουσία της παράβασης.
Για παράδειγμα, επαγγελματίας που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα υποβάλλει εκπρόθεσμα την αρχική δήλωση ΦΠΑ η οποία είναι μηδενική. 'Για τη δήλωση αυτή επιβάλλεται πρόστιμο 250 ευρώ. Υπόχρεος σε δήλωση ΦΠΑ που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα υποβάλλει εκπρόθεσμα την αρχική δήλωση ΦΠΑ με ποσό προς επιστροφή, βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιβολή προστίμου 500 ευρώ.
Η Επιτροπή, υιοθετεί ουσιαστικά τη θέση των επαγγελματιών, συμφωνώντας ότι η αλλαγή αυτή αποτελεί σημαντική επιβάρυνση σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς, όπου προβλέπονταν πρόστιμα 100 ευρώ ή ακόμη και μηδενικές κυρώσεις σε περιπτώσεις χωρίς φορολογική οφειλή.
Ειδικότερα, προβλεπόταν η επιβολή προστίμου 100 ευρώ για κάθε παράβαση σχετική με τη μη υποβολή ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα ή μη ανταπόκριση σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης.
Όμως το πρόστιμο για τις εκπρόθεσμες δηλώσεις δεν ίσχυε εφόσον το ποσό του φόρου ή το επιπλέον ποσό φόρου που καλούνταν να πληρώσει ο φορολογούμενος δεν ξεπερνούσε τα 100 ευρώ, ακόμα και αν επρόκειτο για δύο τροποποιητικές δηλώσεις για παράδειγμα, από τη στιγμή που ο επιπλέον φόρος δεν ξεπερνούσε αθροιστικά τα 100 ευρώ.
Υπόμνημα
Στην κατεύθυνση της αποκατάστασης της αναλογικότητας των προστίμων στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα προς την ηγεσία του ΥΠΕΘΟ και τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με το οποίο προτείνεται νομοθετική παρέμβαση η οποία θα αποκαθιστά την αναλογικότητα των προστίμων στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η επιβολή των νέων αυξημένων προστίμων, ιδίως όταν εφαρμόζεται και αναδρομικά, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομικής βεβαιότητας. Η αναδρομικότητα, όπως τονίζεται, συγκρούεται με τη θεμελιώδη αρχή ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις πρέπει να είναι προβλέψιμες και σαφείς για τον πολίτη.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνει:
Εξαίρεση των περιπτώσεων όπου η δήλωση είναι μηδενική ή πιστωτική, εφόσον δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου.
Μείωση προστίμων σε περιπτώσεις πολλαπλών εκπρόθεσμων μηδενικών δηλώσεων με όριο συνολικού προστίμου, ώστε να μην μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των … ευρώ (π.χ. 1.000 ευρώ).
Εφαρμογή του κανόνα μη επιβολής προστίμου σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης όταν το επιπλέον ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή σε σχέση με την αρχική δήλωση, ή όταν το ποσό φόρου που προκύπτει προς καταβολή, είναι έως 100 ευρώ.