Θεαματική είναι άνοδος των εσόδων από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, που πλέον προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, με τη κυβέρνηση πλέον να αποφεύγει οριζόντιες και αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις στο Airbnb. Οι δράσεις της θα είναι στοχευμένες, χρονικά προσδιορισμένες και γεωγραφικά περιορισμένες, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο μία από τις σημαντικότερες πηγές φορολογικών εσόδων των τελευταίων ετών.
Τα φορολογικά έσοδα από τον συγκεκριμένο κλάδο έχουν εκτοξευθεί από περίπου 70 εκατ. ευρώ το 2017 σε 973 εκατ. ευρώ το 2025, με αποτέλεσμα η βραχυχρόνια μίσθωση να έχει ενσωματωθεί στον πυρήνα του δημοσιονομικού σχεδιασμού.
Ετσι, η κρατική πολιτική στρέφεται σε στοχευμένους και γεωγραφικά περιορισμένους περιορισμούς, μόνο σε περιοχές όπου η πίεση στην αγορά κατοικίας είναι εντονότερη.
Η πορεία των αριθμών αποτυπώνει με σαφήνεια τη μεταβολή της στάσης του Δημοσίου απέναντι στη δραστηριότητα. Το 2023 τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 740 εκατ. ευρώ, το 2024 αυξήθηκαν στα 880 εκατ. ευρώ και το 2025 έφτασαν τα 973 εκατ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά παρουσίασε ο διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Γιώργος Πιτσιλής, στο 43ο συνέδριο της ΠΟΜΙΔΑ, επιβεβαιώνοντας ότι η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα των φορολογικών εσόδων.
Με αυτά τα δεδομένα, το πλαίσιο που θα ισχύσει το 2026 δεν ακολουθεί τη λογική μιας γενικευμένης απαγόρευσης, αλλά βασίζεται στη γεωγραφική στόχευση. Στην Αθήνα διατηρείται η αναστολή έκδοσης νέων Αριθμών Μητρώου Ακινήτου σε συγκεκριμένες ζώνες του ιστορικού και εμπορικού κέντρου, όπου παρατηρείται υπερσυγκέντρωση βραχυχρόνιων μισθώσεων και έντονη στεγαστική πίεση. Το μέτρο δεν έχει αναδρομική ισχύ και αφορά αποκλειστικά νέες καταχωρίσεις.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται και στη Θεσσαλονίκη. Από την 1η Μαρτίου 2026 τίθεται σε ισχύ το πάγωμα νέων αδειών στην Α’ Δημοτική Κοινότητα, δηλαδή στο ιστορικό και τουριστικό κέντρο της πόλης. Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου του ίδιου έτους παραμένει ανοικτό το χρονικό περιθώριο για όσους προλάβουν να εκδώσουν νέο αριθμό μητρώου και να ξεκινήσουν νόμιμα δραστηριότητα.
Μια κρίσιμη αλλαγή αφορά και τις μεταβιβάσεις. Σε περιοχές όπου ισχύει απαγόρευση νέων αδειών, ο αριθμός μητρώου δεν μεταφέρεται μαζί με το ακίνητο. Σε περίπτωση πώλησης, γονικής παροχής ή κληρονομιάς, η δυνατότητα εκμετάλλευσης ως Airbnb χάνεται και η καταχώριση διαγράφεται, ακόμη και αν το ακίνητο λειτουργούσε νόμιμα πριν από τη μεταβίβαση. Παράλληλα, η ΑΑΔΕ εντείνει τους ελέγχους, με συστηματικές διασταυρώσεις στοιχείων με τις πλατφόρμες και επιτόπιους ελέγχους συμμόρφωσης.
Παρά τους περιορισμούς, τα οικονομικά δεδομένα εξακολουθούν να καθιστούν τη βραχυχρόνια μίσθωση πιο ελκυστική σε σχέση με τη μακροχρόνια, ιδίως στο κέντρο της Αθήνας. Το 2025 καταγράφηκε μια μικρή μείωση της τάξης του 4% στο μέσο εισόδημα ανά διαθέσιμο κατάλυμα, εξέλιξη που αποδίδεται στη διεύρυνση της προσφοράς και στη συγκρατημένη υποχώρηση της μέσης τιμής διανυκτέρευσης. Παρ’ όλα αυτά, η απόδοση παραμένει σαφώς υψηλότερη.
Με βάση την πληρότητα και τη μέση τιμή, το ετησιοποιημένο μηνιαίο εισόδημα από βραχυχρόνια μίσθωση στο κέντρο της Αθήνας ανήλθε το 2025 περίπου στα 1.740 ευρώ. Ακόμη και μετά την αφαίρεση λειτουργικών εξόδων, κόστους διαχείρισης και φόρων, το καθαρό κέρδος εκτιμάται κοντά στα 800 ευρώ τον μήνα. Αντίθετα, το καθαρό εισόδημα από μακροχρόνια μίσθωση για ένα διαμέρισμα περίπου 75 τ.μ. δεν ξεπερνά κατά μέσο όρο τα 600 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη έκτακτες επιβαρύνσεις ή ο ΕΝΦΙΑ.
Η διαφορά, που αγγίζει τουλάχιστον τα 200 ευρώ τον μήνα, συνεχίζει να αποτελεί βασικό κίνητρο για τη διατήρηση ακινήτων στη βραχυχρόνια μίσθωση. Σε αυτό προστίθενται η προείσπραξη των εσόδων και ο συχνότερος έλεγχος του ακινήτου, στοιχεία που μειώνουν τον κίνδυνο απλήρωτων μισθωμάτων και φθορών.
Ενδεικτική της δυναμικής του κλάδου είναι και η εξέλιξη του αριθμού των καταλυμάτων. Στο τέλος του 2025, τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης στο κέντρο της Αθήνας ανήλθαν σε περίπου 14.350, καταγράφοντας αύξηση 12% σε ετήσια βάση, παρά το πάγωμα νέων ΑΜΑ από το φθινόπωρο του 2024. Η προαναγγελία της απαγόρευσης λειτούργησε ως κίνητρο για πρόωρη έκδοση αριθμών μητρώου, οδηγώντας πολλά ακίνητα να εισέλθουν στην αγορά μέσα στο 2025.