Η διεθνής ναυτιλία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η αστάθεια παύει να αποτελεί παροδικό φαινόμενο και μετατρέπεται σε δομικό χαρακτηριστικό του επιχειρησιακού περιβάλλοντος. Από την Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ έως τον Ινδικό Ωκεανό, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι υβριδικές απειλές και η αναζωπύρωση της πειρατείας διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα κινδύνων, με άμεσες επιπτώσεις στη ναυσιπλοΐα, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Όπως επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εμπορικός διευθυντής του Diaplous Group, Άγγελος Λαζαρίδης, ο κλάδος έχει ήδη εισέλθει σε μια «μακρά περίοδο αστάθειας», κατά την οποία οι απειλές δεν εκδηλώνονται μεμονωμένα, αλλά αλληλοεπιδρούν σε κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους. «Οι κίνδυνοι από το Ιράν, τους Χούθι και τη σομαλική πειρατεία δεν λειτουργούν αποσπασματικά. Δημιουργούν ένα εκτεταμένο τόξο αστάθειας που επηρεάζει κομβικά περάσματα του παγκόσμιου εμπορίου», σημειώνει.
Στον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την κατάσχεση δεξαμενόπλοιων ως εργαλείο πολιτικής και γεωστρατηγικής πίεσης, χωρίς –προς το παρόν– να έχει επιστρέψει σε καθεστώς συστηματικών κατασχέσεων. Παράλληλα, στην Ερυθρά Θάλασσα, οι επιθέσεις των Χούθι κατέδειξαν πως μη κρατικοί δρώντες με προηγμένα μέσα μπορούν να διαταράξουν σε βάθος χρόνου τις παγκόσμιες ροές, χρησιμοποιώντας πυραύλους, drones και μη επανδρωμένα θαλάσσια σκάφη.
Την ίδια στιγμή, η επανεμφάνιση της σομαλικής πειρατείας υπενθυμίζει ότι οι «παραδοσιακές» απειλές δεν έχουν εξαλειφθεί. Αντίθετα, επανέρχονται σε ένα περιβάλλον πιο σύνθετο, όπου συνδυάζονται με τρομοκρατικές ενέργειες, κυβερνοεπιθέσεις και παρεμβολές σε δορυφορικά συστήματα πλοήγησης. «Συχνά τα πιο επικίνδυνα περιστατικά δεν είναι τα εντυπωσιακά, αλλά εκείνα που συμβαίνουν ένα βήμα πριν από την κλιμάκωση», τονίζει ο κ. Λαζαρίδης.
Σύμφωνα με τα επιχειρησιακά δεδομένα της Diaplous, τους τελευταίους μήνες καταγράφεται αύξηση σε ύποπτες προσεγγίσεις πλοίων από μικρά ταχύπλοα, αλιευτικά ή μη επανδρωμένα μέσα, τα οποία δοκιμάζουν τις αντιδράσεις πληρωμάτων και ομάδων ασφαλείας. Παράλληλα, εντείνονται τα φαινόμενα παρεμβολών στο AIS και στο GPS, καθώς και οι στοχευμένες προσπάθειες συλλογής πληροφοριών για φορτία και δρομολόγια, στοιχεία που συνθέτουν ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης για πλοία και ναυτιλιακές εταιρείες.
Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για ένοπλες ομάδες ασφαλείας, ιδιαίτερα σε διελεύσεις από την Ερυθρά Θάλασσα, τον Κόλπο του Άντεν και τμήματα του Ινδικού Ωκεανού. Ταυτόχρονα, οι κανόνες εμπλοκής προσαρμόζονται σε νέες μορφές απειλής, όπως drones και συνδυαστικές επιθέσεις, με έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση προθέσεων και στη στενή συνεργασία με τις ναυτικές δυνάμεις.
Οι αυξημένοι κίνδυνοι αντικατοπτρίζονται και στο κόστος. Τα war risk premiums και οι ασφαλιστικές χρεώσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας το συνολικό κόστος κάθε διέλευσης. Σε αυτό το περιβάλλον, όπως σημειώνει ο κ. Λαζαρίδης, η εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών ασφαλείας και η τεκμηριωμένη συνεργασία με αξιόπιστους παρόχους αποτελούν κρίσιμους παράγοντες τόσο για τη διαχείριση του κινδύνου όσο και για τον διάλογο με τους ασφαλιστές.
Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, ο ίδιος εκτιμά ότι το πιο πιθανό σενάριο για την επόμενη χρονιά είναι ένα περιβάλλον «υψηλού αλλά διαχειρίσιμου κινδύνου», με περιοδικά σοβαρά περιστατικά, αλλά και γρήγορη προσαρμογή από τη διεθνή κοινότητα και τη βιομηχανία. Το χειρότερο σενάριο, ωστόσο, θα περιλάμβανε ταυτόχρονη κλιμάκωση σε πολλαπλά μέτωπα, υβριδικές επιθέσεις σε λιμένες και ενεργειακές υποδομές και αποκλεισμό κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων, με σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο ρόλος εξειδικευμένων παρόχων ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων καθίσταται ολοένα και πιο κρίσιμος. Ο όμιλος Diaplous, που ξεκίνησε το 2010 ως εταιρεία θαλάσσιας ασφάλειας στον Ινδικό Ωκεανό, έχει εξελιχθεί σε έναν πολυδιάστατο οργανισμό παγκόσμιας διαχείρισης κινδύνων, καλύπτοντας σήμερα ένα ευρύ φάσμα επιχειρησιακών αναγκών στη θάλασσα και στη ξηρά. Όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων ετών, η «μακρά περίοδος αστάθειας» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη παράλυση της ναυτιλίας, αλλά απαιτεί ωριμότερη, πιο συστηματική και πιο επαγγελματική διαχείριση των κινδύνων που τη συνοδεύουν.