Η προσπάθεια της κυβέρνησης των ΗΠΑ να αποκαταστήσει πλήρως την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ αποδεικνύεται μια εξαιρετικά περίπλοκη εξίσωση. Η διασφάλιση αυτού του στρατηγικής σημασίας περάσματος ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας συμβατικής στρατιωτικής επιχείρησης, καθώς το Ιράν διατηρεί ανέπαφη την ικανότητα να απειλεί τη διεθνή ναυτιλία με ένα ευρύ οπλοστάσιο ασύμμετρων τακτικών, drones και πυραύλων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εφαρμόζει εδώ και μήνες μια στρατηγική έντονης πίεσης προς την Τεχεράνη, συνδυάζοντας στοχευμένα στρατιωτικά πλήγματα, ναυτικό αποκλεισμό, διπλωματικές απειλές αλλά και ανοιχτά κανάλια διαπραγμάτευσης. Παρά τη διαβεβαίωση του Τραμπ ότι «τα Στενά είναι ανοιχτά και θα παραμείνουν ανοιχτά» και ότι οι δυνατότητες του Ιράν έχουν υποβαθμιστεί, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Πρόσφατο ιρανικό πλήγμα εναντίον δύο δεξαμενόπλοιων στα ανοιχτά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, το οποίο άφησε πίσω του έναν νεκρό και οκτώ τραυματίες, επιβεβαιώνει ότι η Τεχεράνη διατηρεί το πάνω χέρι στην περιοχή.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν τον σημαντικότερο ενεργειακό διάδρομο του πλανήτη, καθώς από εκεί διέρχεται καθημερινά περίπου το 20% της παγκόσμιας πετρελαϊκής διακίνησης. Η γεωγραφική ιδιομορφία της περιοχής —ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα που συνορεύει άμεσα με την ιρανική ακτογραμμή— επιτρέπει στο Ιράν να επιχειρεί αποτελεσματικά χρησιμοποιώντας όπλα που είναι διασκορπισμένα σε κρυφές και οχυρωμένες τοποθεσίες στο εσωτερικό της χώρας. Ειδικοί σε θέματα ασφαλείας επισημαίνουν ότι το Ιράν προετοιμάζεται γι' αυτόν ακριβώς τον ασύμμετρο πόλεμο εδώ και δεκαετίες. Αυτή η αποτρεπτική ισχύς εξηγεί τον λόγο για τον οποίο κανένας Αμερικανός πρόεδρος από την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν δεν είχε επιλέξει μια τόσο άμεση και μετωπική στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.
Αναλυτές του Πενταγώνου υπογραμμίζουν ότι η πλήρης και οριστική ασφάλιση των Στενών δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο από θαλάσσης ή αέρος. Μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε την ανάπτυξη δεκάδων χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών σε ιρανικό έδαφος. Οι χερσαίες δυνάμεις θα έπρεπε να ελέγξουν εκατοντάδες χιλιόμετρα εχθρικής ακτογραμμής και να εξουδετερώσουν τις διάσπαρτες υπόγειες εγκαταστάσεις εκτόξευσης. Μια τέτοια χερσαία εισβολή θα απαιτούσε μήνες προετοιμασίας, θα είχε δυσθεώρητο οικονομικό κόστος και θα εξέθετε τους Αμερικανούς στρατιώτες στον διαρκή κίνδυνο ενός φθοροποιού ανταρτοπόλεμου, αυξάνοντας δραματικά τις απώλειες.
Η εναλλακτική λύση της μόνιμης συνοδείας των εμπορικών πλοίων από πολεμικά σκάφη, παρόμοια με την επιχείρηση που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980 κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, παρουσιάζει επίσης σοβαρά μειονεκτήματα. Το σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι πολύ πιο εξελιγμένο και επικίνδυνο. Η μαζική χρήση φθηνών αλλά θανάσιμων drones αυτοκτονίας και κατευθυνόμενων πυραύλων από το Ιράν σημαίνει ότι μια επιχείρηση συνοδείας θα δέσμευε τεράστιο μέρος του αμερικανικού στόλου σε μόνιμη βάση, χωρίς μάλιστα να εγγυάται την απόλυτη προστασία των αργοκίνητων δεξαμενόπλοιων.
Επιπλέον, η Τεχεράνη δεν χρειάζεται καν να καταφύγει σε πραγματικά πλήγματα για να προκαλέσει ασφυξία στην παγκόσμια οικονομία. Ο ψυχολογικός πόλεμος αποδεικνύεται εξίσου αποτελεσματικός. Ήδη, πολλές ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν τη δίοδο φοβούμενες ιρανικές νάρκες ή ξαφνικές κατασχέσεις. Η Τεχεράνη εκμεταλλεύεται αυτόν τον φόβο, χρησιμοποιώντας το ναυτικό ραδιοδίκτυο για να εκτοξεύει απειλές, εξαναγκάζοντας τα πλοία να πλέουν κοντά στις ακτές της και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής τελών διέλευσης ως αντάλλαγμα για μια προσωρινή εκεχειρία.
Η παράταση της κρίσης συσσωρεύει έντονη πολιτική και οικονομική πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ. Οι τιμές του πετρελαίου καταγράφουν και πάλι ανοδική πορεία, απειλώντας τη σταθερότητα των διεθνών αγορών. Την ίδια στιγμή, ο κίνδυνος ενός νέου παρατεταμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινή γνώμη. Καθώς πλησιάζουν οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, η σύγκρουση αυτή μετατρέπεται σε πολιτικό βαρίδι για τους Ρεπουμπλικανούς. Η κατάσταση έχει εξελιχθεί σε μια αδυσώπητη δοκιμασία αντοχής, με το Ιράν να μετρά τις οικονομικές του αντοχές απέναντι στις κυρώσεις και την Ουάσιγκτον να εγκλωβίζεται ανάμεσα στη στρατιωτική επίδειξη ισχύος και το βαρύ εγχώριο πολιτικό κόστος.