Το Ισραήλ οδεύει προς τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 σε κλίμα έντονης πολιτικής πόλωσης. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις κορυφαίων ισραηλινών δικτύων, το κυβερνών κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου προηγείται οριακά ή ισοψηφεί στην πρώτη θέση με 22 έως 25 έδρες, δεχόμενο ισχυρή πίεση από το νεοσύστατο κόμμα «Yashar» του πρώην αρχηγού του στρατού, Γκαντί Άιζενκοτ. Το συνολικό σκηνικό, ωστόσο, προμηνύει αδιέξοδο: ο υφιστάμενος δεξιός και θρησκευτικός κυβερνητικός συνασπισμός περιορίζεται σε περίπου 51-53 έδρες, αποτυγχάνοντας να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ για τον σχηματισμό κυβέρνησης, την ώρα που το μπλοκ της αντιπολίτευσης αγγίζει τις 67-69 έδρες, αλλά περιλαμβάνει και τα αραβικά κόμματα.
Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, και με την κοινή γνώμη να παραμένει οργισμένη για τα κενά ασφαλείας που οδήγησαν στην πολύνεκρη επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο Νετανιάχου επιχειρεί έναν νομοθετικό «μαραθώνιο». Στόχος του είναι να ψηφίσει επτά κρίσιμα νομοσχέδια πριν από την αυτόματη διάλυση του κοινοβουλίου στα μέσα Ιουλίου, ώστε να ικανοποιήσει τους εταίρους του και να κρατήσει ζωντανές τις συμμαχίες του.
Το νομοσχέδιο που προκαλεί τη μεγαλύτερη εσωτερική ρήξη αφορά την επίσημη εξαίρεση των υπερορθόδοξων σπουδαστών θρησκευτικών κειμένων (Χαρεντί) από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Τα υπερορθόδοξα κόμματα, όπως το Shass, απειλούν διαρκώς να ρίξουν την κυβέρνηση αν δεν περάσει η ρύθμιση που αναγνωρίζει τη μελέτη της Τορά ως «υπηρεσία προς το κράτος». Η πρόνοια αυτή έχει πυροδοτήσει μαζικές διαδηλώσεις από πολίτες που ζητούν ισότητα στα στρατιωτικά βάρη, ειδικά σε μια περίοδο παρατεταμένων πολεμικών συγκρούσεων.
Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη των θρησκευτικών κομμάτων, το Λικούντ επιδιώκει να περάσει μια σειρά από δικές του μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη αφορά τον οπτικοακουστικό τομέα, με την κυβέρνηση να υπόσχεται άνοιγμα στον ανταγωνισμό, αλλά την αντιπολίτευση να καταγγέλλει προσπάθεια πολιτικού ελέγχου των ΜΜΕ και οικονομική ενίσχυση φιλοκυβερνητικών μέσων. Η δεύτερη αφορά την αποδυναμώση του Γενικού Εισαγγελέα, ορίζοντας ότι οι νομικές γνωμοδοτήσεις του δεν θα είναι πλέον δεσμευτικές για το υπουργικό συμβούλιο. Τέλος, προωθείται η ακύρωση παλαιότερης μεταρρύθμισης, επαναφέροντας το απόλυτο μονοπώλιο των ραβίνων στην έκδοση πιστοποιητικών κοσέρ (καταλληλότητας τροφίμων).
Ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι νοιάζεται μόνο για την πολιτική της επιβίωση, ενώ ο Γκαντί Άιζενκοτ τόνισε ότι αυτές οι μεθοδεύσεις στρέφονται ευθέως κατά του κύρους του στρατού και των θεσμών. Αν και η Κνεσέτ είναι προγραμματισμένο να κλείσει για το καλοκαίρι στις 15 Ιουλίου, οι βουλευτές του συνασπισμού εξετάζουν το ενδεχόμενο να παρατείνουν τις εργασίες κατά 12 ημέρες. Αυτή η παράταση αποτελεί την τελευταία ευκαιρία του Μπενιαμίν Νετανιάχου να ικανοποιήσει τους συμμάχους του και να εισέλθει στην προεκλογική μάχη του Οκτωβρίου με αρραγές μέτωπο.