Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, αναλαμβάνει μια δύσκολη αποστολή αυτή την εβδομάδα, καθώς καλείται να πείσει τις χώρες του Κόλπου ότι η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου είναι καλή. Οι ηγέτες της περιοχής ανησυχούν έντονα ότι η Ουάσινγκτον προχώρησε σε μεγάλες υποχωρήσεις, οι οποίες θα ενισχύσουν την Τεχεράνη και θα ανατρέψουν την ισορροπία ασφαλείας στην περιοχή. Ο Ρούμπιο επισκέπτεται σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη συνέχεια θα μεταβεί στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν για συναντήσεις με αξιωματούχους του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, στο οποίο συμμετέχουν επίσης η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν.
Το σχέδιο συμφωνίας προκαλεί σοκ στους περιφερειακούς αξιωματούχους λόγω συγκεκριμένων επίμαχων διατάξεων. Αρχικά, δεν περιλαμβάνει κανέναν περιορισμό στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η κυβέρνηση Τραμπ δήλωνε ότι κεντρικός στόχος ήταν η καταστροφή αυτών των ικανοτήτων, κάτι που ευθυγραμμιζόταν με τα συμφέροντα των σουνιτικών κρατών, αφού όλα βρίσκονται εντός της ιρανικής βαλλιστικής εμβέλειας και έχουν πληγεί από πυραύλους. Ωστόσο, το μνημόνιο δεν αναφέρει τίποτα για το θέμα, και ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι δεν θα ήταν «δίκαιο» να στερηθεί η Τεχεράνη αυτά τα όπλα. Επιπλέον, προβλέπεται η δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το Ιράν. Οι χώρες του Κόλπου φοβούνται ότι τα χρήματα αυτά θα επιτρέψουν στην Τεχεράνη να ανοικοδομήσει τη στρατιωτική της ισχύ και να ενισχύσει ένοπλες ομάδες που αποσταθεροποιούν κυβερνήσεις. Παράλληλα, η συμφωνία φαίνεται να παραδέχεται ότι το Ιράν θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο στον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ στο μέλλον, κάτι που αποτελεί σοβαρή ανησυχία για το Κουβέιτ, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, που βασίζονται σε αυτή τη θαλάσσια οδό για την εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Και οι έξι χώρες του Συμβουλίου είναι στρατηγικής σημασίας σύμμαχοι των ΗΠΑ και προσέφεραν επιμελητειακή υποστήριξη στην Ουάσινγκτον στον πόλεμο που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου με αμεκανικά και ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ όλες έγιναν στόχος ιρανικών αντιποίνων. Ορισμένες μοναρχίες νιώθουν απογοητευμένες και έκπληκτες από το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν, μιας σιιτικής χώρας, την οποία τα σουνιτικά κράτη θεωρούν βασικό αντίπαλο. Ειδικά στο Μπαχρέιν, η σουνιτική ηγεσία ανησυχεί ότι ένα καλά χρηματοδοτούμενο Ιράν θα υποκινήσει εξέγερση των σιιτών, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα των περίπου 1,65 εκατομμυρίου κατοίκων, καθώς η χώρα είχε συγκλονιστεί από μαζικές διαδηλώσεις κατά την Αραβική Άνοιξη. Το Ιράν αρνείται τη μυστική υποκίνηση αναταραχών, αλλά έχει εκφράσει δημόσια υποστήριξη στους σιίτες ακτιβιστές στο παρελθόν.
Οι απόψεις αυτών των κρατών έχουν σημασία, καθώς τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αρχιτεκτονικής ασφάλειας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Αν κάποια χώρα επανεξετάσει διακριτικά τη σχέση της, ο αντίκτυπος στην αμερικανική στρατιωτική στρατηγική θα είναι σημαντικός. Ο Ρούμπιο πρέπει να κρατήσει μια ισορροπία και να καθησυχάσει τους συμμάχους χωρίς να επικρίνει το μνημόνιο. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ το στηρίζει, παρά την κριτική Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο για συνθηκολόγηση. Ο Άντριου Πικ, πρώην αναπληρωτής υφυπουργός Εξωτερικών για Ιράκ και Ιράν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και στις δύο θητείες Τραμπ, νυν στο Atlantic Council, εκτιμά ότι ο Ρούμπιο μπορεί να τους καθησυχάσει υπενθυμίζοντας τη σκληρή στάση του προέδρου, ο οποίος, αν η συμφωνία καταρρεύσει, δεν θα διστάσει να πλήξει ξανά το Ιράν.
Αν και οι ηγέτες του Κόλπου πίεζαν δημόσια για διπλωματική λύση και αποκλιμάκωση πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι λεπτομέρειες τους αιφνιδίασαν. Αμερικανοί αξιωματούχοι μιλούν πλέον για ευρύτερη επανεκκίνηση, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς να δηλώνει το Σάββατο ότι η Ουάσινγκτον θέλει να αλλάξει ριζικά τη σχέση της με την Τεχεράνη. Αντίθετα, ο Σαουδάραβας αρθρογράφος Αμπντουλράχμαν αλ Ρασίντ έγραψε στην Arab News ότι η συμφωνία αποκαθιστά το Ιράν ως περιφερειακή δύναμη και ότι τα κεφάλαια θα διατεθούν για τη στρατιωτική του ενίσχυση και όχι για την οικονομία ή τη διαβίωση των πολιτών.