Νέα καύσιμα στο ράλι του πετρελαίου έριξε η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να κλιμακώσει δραστικά την οικονομική πίεση προς το Ιράν, απειλώντας πλέον με «τρομερές» συνέπειες όχι μόνο την Τεχεράνη, αλλά και οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να της προσφέρει οικονομικό σωσίβιο.
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, ανεβάζοντας το γεωπολιτικό ασφάλιστρο και οδηγώντας το Brent μια ανάσα από τα 94 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές επιχειρούν να αποτιμήσουν πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ουάσιγκτον και τι μπορεί να σημαίνει η νέα αμερικανική στρατηγική για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου.
Στις 18:45 ώρα Ελλάδος, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent παράδοσης Οκτωβρίου ενισχύονταν κατά 2,30 δολάρια ή 2,3%, στα 93,90 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα futures του αμερικανικού αργού παράδοσης Σεπτεμβρίου κατέγραφαν άνοδο 0,90 δολαρίων, στα 86,71 δολάρια το βαρέλι.
Καταλύτης για τη νέα άνοδο ήταν η εξαγγελία Τραμπ για μια «Οικονομική D-Day» κατά του Ιράν, η οποία έρχεται μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου.
Τραμπ: «Τρομερές οικονομικές συνέπειες» για όποιον βοηθήσει το Ιράν
Ο Αμερικανός πρόεδρος επέσεισε την Τετάρτη την απειλή βαριών οικονομικών αντιποίνων εναντίον «οποιασδήποτε χώρας» προσφέρει βοήθεια στο Ιράν, διευρύνοντας ουσιαστικά την πίεση από την ίδια την Τεχεράνη προς κράτη, τράπεζες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της.
«Ανακοινώνω (...) ότι κάθε χώρα που θα επιτρέψει σε χρηματοπιστωτικούς θεσμούς της, επιχειρήσεις της, αεροδρόμιά της, κυβερνητικούς θεσμούς της να προσφέρουν σωσίβιο οποιαδήποτε μορφής στο Ιράν θα βρεθεί η ίδια αντιμέτωπη με τρομερές οικονομικές συνέπειες», ανέφερε ο Τραμπ μέσω Truth Social.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε παράλληλα την Τεχεράνη ότι δεν «άδραξε» τη «μεγάλη ευκαιρία» που, όπως υποστήριξε, της είχε προσφέρει για να καταλήξει σε συμφωνία μαζί του.
Και προχώρησε ακόμη περισσότερο:
«Ανακοινώνω συνεπώς την πιο συντριπτική επιχείρηση οικονομικού πολέμου που διεξήχθη ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας», ανέφερε, προαναγγέλλοντας «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση επιπέδου άνευ προηγουμένου».
Στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον μπαίνει, σύμφωνα με όσα περιέγραψε, ολόκληρος ο μηχανισμός μέσω του οποίου το Ιράν μπορεί να παρακάμπτει τους οικονομικούς περιορισμούς.
«Λαθρεμπόριο πετρελαίου, ανταλλαγές νομισμάτων, μεταφορές ρευστότητας, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, νηογνώμονες, εταιρείες βιτρίνες -- όλ’ αυτά πρέπει να σταματήσουν τώρα», τόνισε ο Τραμπ, απευθύνοντας σαφή προειδοποίηση προς τις χώρες που η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι ενδέχεται να συνδράμουν, ανοιχτά ή μέσω παράπλευρων διαύλων, την Τεχεράνη.
Παρά την πολεμική φρασεολογία, πάντως, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξειδίκευσε τα μέτρα και τις κυρώσεις που σχεδιάζει να επιβάλει. Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα γύρω από το εύρος και τους αποδέκτες των αμερικανικών μέτρων προσθέτει ακόμη έναν παράγοντα νευρικότητας στις αγορές.
Μπέσεντ: Οι αγορές πετρελαίου παρερμηνεύουν την πίεση στο Ιράν
Περισσότερες απαντήσεις αναμένονται τη Δευτέρα, όταν ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου ειδικά για το Ιράν, παρουσιάζοντας αναλυτικότερα τους σχεδιασμούς της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Μπέσεντ, ωστόσο, επιχείρησε ήδη να στείλει ένα διαφορετικό μήνυμα στις αγορές, οι οποίες οδήγησαν τις τιμές του πετρελαίου στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών εβδομάδων.
«Νομίζω ότι οι αγορές πετρελαίου παρερμηνεύουν τη σημασία αυτής της οικονομικής πίεσης», δήλωσε στο CNBC.
Κατά τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, υπάρχει «ασύμμετρη πληροφόρηση» μεταξύ κυβέρνησης και αγορών ως προς το τι επιδιώκει η Ουάσιγκτον.
«Εάν ασκήσουμε τη μέγιστη δυνατή οικονομική πίεση, αυτό σημαίνει πως πιθανότατα δεν θα ξεκινήσουν μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις», υποστήριξε.
Η τοποθέτηση Μπέσεντ επιχειρεί ουσιαστικά να αντιστρέψει την ανάγνωση των επενδυτών: η μέγιστη οικονομική πίεση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αποτελεί κατ' ανάγκην προάγγελο μεγαλύτερης στρατιωτικής κλιμάκωσης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο για την αποτροπή της.
Το ερώτημα της Κίνας και τα Στενά του Ορμούζ
Κομβικό ερώτημα είναι πλέον εάν η νέα αμερικανική στρατηγική θα αγγίξει και την Κίνα, δεδομένων των συναλλαγών της με το Ιράν.
Όταν ρωτήθηκε εάν η Ουάσιγκτον ενδέχεται να στοχοποιήσει το Πεκίνο για τις εμπορικές σχέσεις του με την Τεχεράνη, ο Μπέσεντ απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, λέγοντας ότι ορισμένες συζητήσεις είναι προτιμότερο να γίνονται κατ' ιδίαν.
Έστρεψε, ωστόσο, τη συζήτηση στα Στενά του Ορμούζ, την κρίσιμη θαλάσσια δίοδο για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
«Θεωρούμε πως όλοι θέλουν να ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ και να υποχωρήσουν εκ νέου οι τιμές ενέργειας», δήλωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη, καθώς η ενεργειακή του εξάρτηση από την περιοχή είναι μεγάλη.
«Λάβετε υπόψη ότι οι Κινέζοι προμηθεύονται το 50% των εισαγωγών ενέργειας από χώρες του Κόλπου. Επομένως θα επωφελούνταν σε μεγάλο βαθμό» από το πρόγραμμα, σημείωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών.
Τεχεράνη: «Οικονομική τρομοκρατία» οι αμερικανικές κυρώσεις
Η αντίδραση της Τεχεράνης στις νέες εξαγγελίες της Ουάσιγκτον ήταν άμεση και ιδιαίτερα σκληρή.
Το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν καταδίκασε τις ανακοινωθείσες οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός τους στόχος είναι οι απλοί Ιρανοί πολίτες.
Χαρακτήρισε τα μέτρα «οικονομική τρομοκρατία», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Η ιρανική αντίδραση ήρθε μετά την προειδοποίηση Τραμπ ότι οποιαδήποτε χώρα παρέχει «οποιοδήποτε είδος σανίδας σωτηρίας στο Ιράν» θα βρίσκεται αντιμέτωπη με σαρωτικές οικονομικές συνέπειες και με ένα καθεστώς οικονομικού πολέμου και απομόνωσης πρωτοφανούς κλίμακας.
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών διαμήνυσε, πάντως, ότι τα νέα μέτρα δεν πρόκειται να αποδυναμώσουν την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία, την εθνική κυριαρχία και τα συμφέροντά της.
Με την Ουάσιγκτον να προαναγγέλλει την εξειδίκευση της νέας εκστρατείας οικονομικής πίεσης τη Δευτέρα, την Τεχεράνη να απορρίπτει τις αμερικανικές απειλές και το ερώτημα για τη στάση της Κίνας να παραμένει ανοιχτό, η αγορά πετρελαίου έχει μπροστά της ένα νέο πεδίο αβεβαιότητας. Και προς το παρόν, αυτή η αβεβαιότητα αποτυπώνεται καθαρά στις τιμές, με το Brent να φλερτάρει πλέον με τα 94 δολάρια το βαρέλι.