Ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, απειλώντας με «τρομερές οικονομικές συνέπειες» οποιαδήποτε χώρα προσφέρει, άμεσα ή έμμεσα, βοήθεια στο Ιράν. Η νέα προειδοποίηση του Αμερικανού προέδρου, που διατυπώθηκε χθες, Τετάρτη, μέσω Truth Social, έρχεται ενώ η ένταση στη Μέση Ανατολή παραμένει υψηλή, σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου και τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου.
Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι οποιοδήποτε κράτος επιτρέψει σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κυβερνητικούς φορείς του να προσφέρουν «σωσίβιο οποιασδήποτε μορφής» στο Ιράν, θα βρεθεί αντιμέτωπο με σοβαρό οικονομικό κόστος.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Τεχεράνη δεν αξιοποίησε τη «μεγάλη ευκαιρία» που, όπως ανέφερε, της είχε προσφέρει για την επίτευξη συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε λόγο για την «πιο συντριπτική επιχείρηση οικονομικού πολέμου» που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας, προαναγγέλλοντας οικονομικό πόλεμο και απομόνωση «άνευ προηγουμένου».
Στο στόχαστρό του έθεσε, μεταξύ άλλων, το λαθρεμπόριο πετρελαίου, τις ανταλλαγές νομισμάτων, τις μεταφορές ρευστότητας, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τους νηογνώμονες και τις εταιρείες-βιτρίνες, ζητώντας να σταματήσουν άμεσα όλες αυτές οι δραστηριότητες. Ωστόσο, δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για τα συγκεκριμένα μέτρα ή τις κυρώσεις που προτίθεται να επιβάλει.
Η προειδοποίηση του Τραμπ έρχεται λίγες ημέρες μετά τις αντίστοιχες δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος είχε προειδοποιήσει την περασμένη εβδομάδα ότι το Ιράν θα αντιμετωπίσει οικονομική απομόνωση σε επίπεδο που «ο κόσμος δεν είχε γνωρίσει ποτέ πριν».
Σε αναμονή στο στρατιωτικό μέτωπο η Ουάσιγκτον
Παρότι η ένταση των εχθροπραξιών έχει υποχωρήσει, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά εύθραυστη, έπειτα από σχεδόν έξι μήνες πολέμου.
Η στάση της Ουάσιγκτον διαμορφώνεται, μεταξύ άλλων, από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια που καταγράφεται στην αμερικανική κοινή γνώμη και στην πολιτική σκηνή για τον πόλεμο, αλλά και από τη μείωση των αποθεμάτων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε ορισμένες κρίσιμες κατηγορίες πυρομαχικών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, ο οποίος έχει καλλιεργήσει επί χρόνια την εικόνα του απρόβλεπτου πολιτικού, φαίνεται το τελευταίο διάστημα να τηρεί περισσότερο στάση αναμονής σε στρατιωτικό επίπεδο, επιλέγοντας να εντείνει κυρίως την οικονομική και διπλωματική πίεση προς την Τεχεράνη.
Βαλλιστικοί πύραυλοι και νέα ένταση στον Κόλπο
Μετά την κοινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη απάντησε εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον κρατών της περιοχής που είναι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον. Στη συνέχεια προχώρησε στο κλείσιμο του στενού του Ορμούζ, μιας θαλάσσιας οδού ζωτικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων.
Η Ουάσιγκτον αντέδρασε επιβάλλοντας αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο, ενώ η ένταση μεταξύ των δύο πλευρών επεκτάθηκε και στις σχέσεις του Ιράν με τα γειτονικά κράτη.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατηγόρησαν την περασμένη Τρίτη το Ιράν ότι εκτόξευσε δύο βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον τους, οι οποίοι κατέληξαν στη θάλασσα και, σύμφωνα με την καταγγελία, είχαν ως στόχο τη «διεθνή ναυσιπλοΐα». Η Τεχεράνη απέρριψε κατηγορηματικά την κατηγορία μέσω του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Σε αντίδραση, η διπλωματία των ΗΑΕ ανακοίνωσε την αναστολή, μέχρι νεωτέρας, όλων των «εμπορικών ανταλλαγών» και των «χρηματοοικονομικών συναλλαγών» με το Ιράν.
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Αλί Αμπντουλαχί, προειδοποίησε τις χώρες του Κόλπου ότι οποιαδήποτε βοήθεια ή διευκόλυνση προς τον αμερικανικό στρατό που διεξάγει επιχειρήσεις στην περιοχή θα ισοδυναμεί με συμμετοχή στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με το πρακτορείο MEHR.
Παρά την ένταση, το Ιράν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διατηρούν σημαντικούς ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Πριν από την έναρξη του πολέμου, τα ΗΑΕ αποτελούσαν σημαντικό εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης, παρά το γεγονός ότι το Ιράν βρίσκεται εδώ και χρόνια αντιμέτωπο με εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις.
Σε αδιέξοδο οι διπλωματικές προσπάθειες
Την ίδια ώρα, οι διπλωματικές προσπάθειες για την αποκλιμάκωση της κρίσης φαίνεται να έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο.
«Δεν διεξάγονται αυτή τη στιγμή ούτε συζητήσεις, ούτε συνομιλίες, ούτε προγραμματίζονται» με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, δήλωσε προχθές ο Τραμπ, επιβεβαιώνοντας ότι ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένει κλειστός.
Σύμφωνα με πηγή του Γαλλικού Πρακτορείου στην Ουάσιγκτον, οι επαφές έχουν πλέον ανασταλεί, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να ζήτησε από τους συνεργάτες του να μην συνεχίσουν τον διάλογο με την Τεχεράνη έως ότου η ιρανική πλευρά προσεγγίσει τις αμερικανικές θέσεις.
Η ιρανική κυβέρνηση, πάντως, δεν δείχνει διατεθειμένη να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο επικεφαλής της ιρανικής διαπραγματευτικής ομάδας, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, επέμεινε προχθές ότι το στενό του Ορμούζ δεν πρόκειται να ανοίξει όσο η αμερικανική κυβέρνηση δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο του μνημονίου κατανόησης του Ισλαμαμπάντ, το οποίο υπέγραψαν οι πρόεδροι των δύο χωρών τον Ιούνιο.
Ο ίδιος υποστήριξε μέσω X ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν πως, αυξάνοντας την πίεση προς το Ιράν, θα καταφέρουν να αποσπάσουν παραχωρήσεις που δεν προβλέπονταν ποτέ στη συμφωνία. Παράλληλα, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την «μπουλούκι παλιάτσων» και υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να «βγάλει λαγό από το καπέλο».
Η αρχική συμφωνία προέβλεπε κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών και έναρξη διαπραγματεύσεων με στόχο μια πιο σταθερή και μακροπρόθεσμη λύση. Ωστόσο, η συμφωνία κατέρρευσε όταν οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν τον Ιούλιο.
Η Βαγδάτη στο επίκεντρο
Ο Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, ο οποίος χθες επισκέφθηκε τη Βαγδάτη, επέκρινε επίσης την «ξένη ανάμιξη» στην περιοχή.
Η τοποθέτησή του ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει την ιρακινή για τον αφοπλισμό ισχυρών ιρακινών ένοπλων οργανώσεων που διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Ο Ιρανός αξιωματούχος κάλεσε παράλληλα σε μεγαλύτερη «περιφερειακή ενίσχυση».
Στο μεταξύ, το Ιράν και το Ομάν, που βρίσκονται στις δύο πλευρές του στρατηγικής σημασίας στενού του Ορμούζ, συζητούν εδώ και εβδομάδες για το μελλοντικό καθεστώς και τη διαχείριση της θαλάσσιας οδού.
Η Ισλαμική Δημοκρατία, η οποία στοχοποιεί πλοία που επιχειρούν να περάσουν από το στενό χωρίς να έχουν λάβει σχετική άδεια, εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη διέλευση.
Η συγκεκριμένη πρόθεση έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και ορισμένων πετρελαιοεξαγωγικών μοναρχιών της περιοχής, οι οποίες έχουν απορρίψει κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Έτσι, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν περιοριστεί σε ένταση, η αντιπαράθεση Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένει ενεργή σε οικονομικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό επίπεδο, με το στενό του Ορμούζ να εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της κρίσης.