Την ικανοποίησή τους για την απόφαση του Ιράν να προχωρήσει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ εξέφρασαν οι ηγέτες 30 χωρών που συμμετείχαν στη σύνοδο που συγκάλεσαν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 17 Απριλίου στο Παρίσι, με αντικείμενο ακριβώς το ζήτημα της ναυσιπλοΐας στα Στενά, ενώ σε αυτήν έλαβε μέρος, μέσω τηλεδιάσκεψης, και ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και αφού είχε γίνει γνωστή η απόφαση της Τεχεράνης, οι ηγέτες της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας προχώρησαν σε κοινές δηλώσεις. Ο Εμανουέλ Μακρόν υπογράμμισε εξαρχής τις «πολύ σοβαρές συνέπειες» που είχε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ «για ολόκληρο τον πλανήτη και την παγκόσμια οικονομία», χαιρετίζοντας την ιρανική ανακοίνωση. Παράλληλα, τόνισε ότι η εκεχειρία στον Λίβανο πρέπει να τηρηθεί πλήρως, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει τις διπλωματικές της προσπάθειες για τον οριστικό τερματισμό των συγκρούσεων τόσο στο Ιράν όσο και στον Λίβανο. Όπως ανέφερε, οι χώρες που συμμετείχαν στη σύνοδο ζητούν «πλήρες, άμεσο και άνευ όρων άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ από όλες τις πλευρές», την «αποκατάσταση της ελεύθερης διέλευσης όπως ίσχυε πριν από τον πόλεμο», ενώ εκφράζουν την αντίθεσή τους σε κάθε σκέψη ιδιωτικοποίησης ή επιβολής διοδίων.
Από την πλευρά του, ο Κιρ Στάρμερ καλωσόρισε επίσης την εξέλιξη, σημειώνοντας ωστόσο ότι απαιτείται μια βιώσιμη και μακροπρόθεσμη λύση. «Το μήνυμά μας είναι σαφές: τα Στενά πρέπει να ανοίξουν χωρίς διόδια και χωρίς περιορισμούς», ανέφερε, καλώντας για την ταχεία επανέναρξη της ναυσιπλοΐας, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες, προκειμένου να περιοριστεί το οικονομικό πλήγμα. Ανακοίνωσε ακόμη ότι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα ηγηθούν διεθνούς αποστολής για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, με καθαρά ειρηνικό και αμυντικό χαρακτήρα, ενώ γνωστοποίησε ότι την επόμενη εβδομάδα θα πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο διάσκεψη σχεδιασμού, με τη συμμετοχή περίπου δώδεκα χωρών. «Οι πολίτες μας χρειάζονται να δουν την επιστροφή της ειρήνης και της σταθερότητας», κατέληξε.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι επισήμανε ότι το άνοιγμα των Στενών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, η οποία ισχύει για κάθε θαλάσσιο πέρασμα. Τόνισε ακόμη ότι οι εκεχειρίες σε Λίβανο και Ιράν πρέπει να αποτελέσουν βασικό στοιχείο κάθε σοβαρής διαπραγμάτευσης για την επίλυση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ενώ χαρακτήρισε «ζωτικής σημασίας» την εγκατάλειψη της επιδίωξης του Ιράν για απόκτηση πυρηνικών όπλων. Αναφερόμενη στη διεθνή αποστολή, εξήγησε ότι θα επικεντρωθεί στην ασφάλεια των πλοίων στην περιοχή των Στενών, με έμφαση στον έλεγχο για νάρκες και την παροχή εγγυήσεων προς τη ναυτιλιακή κοινότητα. Τη χαρακτήρισε αποστολή «καθαρά αμυντικού χαρακτήρα» και ανακοίνωσε ότι η Ιταλία θα συνεισφέρει με ναυτικές δυνάμεις.
Τέλος, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς τόνισε ότι η ενίσχυση των προσπαθειών για ειρήνη αποτελεί «άμεσο συμφέρον» όλων των εμπλεκομένων. Δήλωσε ότι η Γερμανία στηρίζει τις προσπάθειες για την επίτευξη μιας «γρήγορης διπλωματικής συμφωνίας» μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ενώ έκανε λόγο για «ιστορική ευκαιρία» προκειμένου Χεζμπολάχ και Ισραήλ να κινηθούν προς μια διαρκή ειρήνη. Επανέλαβε την ανάγκη για πλήρες, ασφαλές και μόνιμο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ «χωρίς διόδια», τονίζοντας ότι δεν πρέπει να υπάρξουν περιορισμοί, παρά τα πρόσφατα θετικά βήματα. Παράλληλα, ανέφερε ότι η Γερμανία είναι πρόθυμη να συμμετάσχει στη διεθνή αποστολή για τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, ακόμη και με τη συνδρομή των ενόπλων δυνάμεών της και επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε τέτοια συμμετοχή θα πρέπει να εγκριθεί από τον ΟΗΕ και το γερμανικό κοινοβούλιο, προσθέτοντας ότι η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών θα ήταν «επιθυμητή».