«Σε έναν πόλεμο χωρίς νικητές, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ φαίνεται πως αναδεικνύεται ο μεγαλύτερος χαμένος, καθώς εισέρχεται σε μια εύθραυστη και ασαφή εκεχειρία με το Ιράν», σημειώνει ο Guardian, σχολιάζοντας τη θέση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου μετά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ισραήλ που προκάλεσε η κατάπαυση πυρός που ανακοίνωσαν ΗΠΑ και Ιράν τα ξημερώματα της Τετάρτης.
Όπως επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα, η εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι οι ισραηλινές προβλέψεις περί αλλαγής καθεστώτος και επανάστασης στο Ιράν ήταν «γελοίες» επιβεβαιώθηκε. Παράλληλα, η ισραηλινή πρόβλεψη ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε, στην καλύτερη περίπτωση, λίγες ημέρες και στη χειρότερη λίγες εβδομάδες, αποδείχθηκε «τραγικά λανθασμένη».
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, ακόμη και δύο ημέρες πριν από την ανακοίνωση της εκεχειρίας, σύμφωνα με το Channel 12 του Ισραήλ, ο Νετανιάχου ασκούσε πιέσεις στον Ντόναλντ Τραμπ να μη συμφωνήσει.
Τα πυρά της αντιπολίτευσης
Σφοδρές ήταν οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. «Δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή σε ολόκληρη την ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν ήταν καν κοντά στο τραπέζι όταν ελήφθησαν αποφάσεις που αφορούσαν τον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας», έγραψε στο X ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ.
«Ο στρατός εκτέλεσε όλα όσα του ζητήθηκαν και το κοινό επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, αλλά ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά, απέτυχε στρατηγικά και δεν πέτυχε κανέναν από τους στόχους που ο ίδιος έθεσε. Θα χρειαστούν χρόνια για να αποκαταστήσουμε τη ζημιά που προκάλεσε, λόγω αλαζονείας, αμέλειας και έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού», πρόσθεσε.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο επικεφαλής του αριστερού κόμματος των Δημοκρατών, Γιαΐρ Γκολάν, ο οποίος χαρακτήρισε «στρατηγική αποτυχία» την εκεχειρία. «Υποσχέθηκε μια ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, και στην πράξη πήραμε μία από τις πιο σοβαρές στρατηγικές αποτυχίες που έχει γνωρίσει ποτέ το Ισραήλ. Πρόκειται για πλήρη αποτυχία που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του Ισραήλ για τα επόμενα χρόνια», δήλωσε.
«Τα ρίσκαρε όλα και απέτυχε»
Σύμφωνα με τον Guardian, «η πραγματικότητα είναι ότι ο Νετανιάχου ρίσκαρε τα πάντα στον πόλεμο και, αποτυγχάνοντας να εξασφαλίσει την πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος, την κατάσχεση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου της Τεχεράνης ή μια ουσιαστική αποδυνάμωση του κράτους, έπληξε τη διεθνή θέση του Ισραήλ, που ήταν ήδη βαριά τραυματισμένη από τις ενέργειές του στη Γάζα».
Αντίθετα, στο πεδίο της ασφάλειας, παρά τους ισχυρισμούς του Τραμπ, η ισχύς των Φρουρών της Επανάστασης φαίνεται να ενισχύθηκε. Η Τεχεράνη πέτυχε – τουλάχιστον προς το παρόν – τον βασικό της στόχο: την επιβίωση από μια επίθεση διάρκειας ενός μήνα από δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις στον κόσμο. Οι επιθέσεις άφησαν ένα τραυματισμένο αλλά ακόμη άθικτο καθεστώς, με σημαντικά στρατιωτικά μέσα, το οποίο είναι πιθανό να επιδιώξει ταχεία επανεξοπλισμό, αναζητώντας ευκαιρίες για αντίποινα.
Η επιμονή του Νετανιάχου στη συνέχιση των επιθέσεων στο νότιο Λίβανο χαρακτηρίζεται επίσης αλαζονική, καθώς η δηλωμένη πρόθεση του Ισραήλ να δημιουργήσει νέα ζώνη ασφαλείας το φέρνει σε άμεση σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ, η οποία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ικανή να πολεμά στο δικό της έδαφος.
Χάνει την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ
Οι συνέπειες σε επίπεδο κοινής γνώμης και διπλωματίας ενδέχεται να είναι ακόμη πιο σοβαρές. Στις ΗΠΑ, η πολιτική συναίνεση που υπήρχε από τη δεκαετία του 1960 δείχνει να καταρρέει. Ο ρόλος του Ισραήλ στο να ωθήσει τον Τραμπ σε πόλεμο με το Ιράν επικρίνεται τόσο από προοδευτικούς όσο και από την ακροδεξιά του κινήματος Maga, ενώ η γενικότερη υποστήριξη προς το Ισραήλ βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μεταξύ Εβραίων ψηφοφόρων.
Παράλληλα, διαφαίνονται και εσωτερικές πολιτικές συνέπειες για τον Νετανιάχου, σε μια εκλογική χρονιά στο Ισραήλ. Αντί να μεταμορφώσει την κατάσταση ασφαλείας της χώρας, εξέρχεται από τον πόλεμο χωρίς να έχει επιτύχει κανέναν από τους βασικούς στόχους του.
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, μπορεί να είναι νεκρός, ωστόσο τον διαδέχθηκε ο σκληροπυρηνικός γιος του. Αντί να κλείσει το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος, το σχέδιο 10 σημείων της Τεχεράνης, το οποίο ο Τραμπ χαρακτήρισε βάση διαπραγμάτευσης, φαίνεται να περιλαμβάνει την αποδοχή του δικαιώματος του Ιράν να εμπλουτίζει ουράνιο – κάτι που ο ίδιος είχε απορρίψει.
Προς το παρόν, οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν μοιάζουν περισσότερο με το πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας της εποχής Ομπάμα – την οποία ο Νετανιάχου προσπάθησε να υπονομεύσει και από την οποία αποχώρησε ο Τραμπ – παρά με μια νέα πραγματικότητα.
«Ποιος είναι πλέον ο ρόλος του;»
Για ορισμένους αναλυτές, όπως ο στρατιωτικός αναλυτής της Haaretz, Άμος Χαρέλ, η αποτυχία ήταν ενσωματωμένη στα σχέδια του Νετανιάχου. «Πολλές από τις αδυναμίες τόσο της τρέχουσας αμερικανικής κυβέρνησης όσο και του ισραηλινού συστήματος υπό τον Νετανιάχου έγιναν εμφανείς: η τάση για ρίσκο βασισμένο σε αβάσιμες προσδοκίες, τα πρόχειρα σχέδια, η περιφρόνηση των ειδικών και η επιθετική πίεση για ευθυγράμμιση με την πολιτική ηγεσία», δήλωσε.
Δεν πέρασε απαρατήρητο ότι, έχοντας εξασφαλίσει τον πόλεμο που επιδίωκε και βλέποντάς τον να αποτυγχάνει, ο Νετανιάχου δύσκολα θα έχει ξανά παρόμοια ευκαιρία με αμερικανική υποστήριξη. «Δεδομένου ότι αυτό υπήρξε για χρόνια βασικό στοιχείο της πολιτικής του αφήγησης, τίθεται το ερώτημα: ποιος είναι πλέον ο ρόλος του; Είναι η τέταρτη συνεχόμενη φορά – στη Γάζα, μία φορά στον Λίβανο και δύο φορές στο Ιράν – που οι υποσχέσεις του για απόλυτη νίκη και εξάλειψη υπαρξιακών απειλών αποδεικνύονται κενές», καταλήγει το δημοσίευμα.