Η βρετανική κυβέρνηση έδωσε την Παρασκευή άδεια στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές βάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου για την πραγματοποίηση επιθέσεων σε ιρανικές πυραυλικές εγκαταστάσεις, οι οποίες στοχεύουν πλοία στα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ντάουνινγκ Στριτ, Βρετανοί υπουργοί συνεδρίασαν την ίδια ημέρα προκειμένου να εξετάσουν τις εξελίξεις στον πόλεμο με το Ιράν και τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη. «Επιβεβαίωσαν ότι η συμφωνία για τη χρήση βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της συλλογικής αυτοάμυνας της περιοχής, περιλαμβάνει και αμερικανικές αμυντικές επιχειρήσεις με στόχο την αποδυνάμωση των πυραυλικών εγκαταστάσεων και δυνατοτήτων που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ είχε δηλώσει νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα ότι η Βρετανία δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν και αρχικά είχε απορρίψει αίτημα των ΗΠΑ για χρήση βρετανικών βάσεων, επισημαίνοντας ότι θα έπρεπε πρώτα να διασφαλιστεί η νομιμότητα οποιασδήποτε στρατιωτικής ενέργειας.
Ωστόσο, η στάση του φέρεται να μεταβλήθηκε μετά τις επιθέσεις του Ιράν κατά συμμάχων της Βρετανίας στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα να επιτραπεί τελικά η χρήση των βάσεων RAF Fairford και Diego Garcia – της κοινής αμερικανοβρετανικής εγκατάστασης στον Ινδικό Ωκεανό.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει ασκήσει επανειλημμένα κριτική στον Στάρμερ από την έναρξη της σύγκρουσης, κατηγορώντας τον ότι δεν στηρίζει επαρκώς τις αμερικανικές πρωτοβουλίες. Μάλιστα, τη Δευτέρα έκανε λόγο για «χώρες που με απογοήτευσαν ιδιαίτερα», στοχοποιώντας ευθέως τη Βρετανία, την οποία –όπως ανέφερε– κάποτε θεωρούσε «τη Rolls-Royce των συμμάχων».
Παράλληλα, η Ντάουνινγκ Στριτ επανέλαβε την Παρασκευή την ανάγκη για «επείγουσα αποκλιμάκωση και ταχεία επίλυση της σύγκρουσης», την ώρα που η βρετανική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov, το 59% των ερωτηθέντων δηλώνει αντίθετο στις επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ.
Η απόφαση του Λονδίνου αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ και στην ανάγκη αποφυγής ευρύτερης εμπλοκής σε μια κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.