Ισχυρές πιέσεις δέχονται οι αγορές μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους διεθνώς, καθώς οι επενδυτές περιορίζουν την έκθεσή τους σε τίτλους μεγάλης διάρκειας, ανησυχώντας για την πορεία του πληθωρισμού, τις αυξημένες κρατικές δαπάνες, αλλά και το τεράστιο κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το sell-off έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων να κινούνται σε πολυετή ή ακόμη και ιστορικά υψηλά επίπεδα σε μεγάλες οικονομίες.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου ανήλθε στο 5,32%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, έχοντας αυξηθεί κατά σχεδόν 40 μονάδες βάσης από τα τέλη Ιουνίου.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, το κόστος δανεισμού για αντίστοιχη διάρκεια έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ στη Γερμανία οι αποδόσεις διαμορφώνονται σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011. Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων πλησιάζουν πλέον το 6%, ενώ στην Ιαπωνία τα ομόλογα αντίστοιχης διάρκειας βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Παρότι κάθε οικονομία αντιμετωπίζει διαφορετικές προκλήσεις, οι παράγοντες που ασκούν ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις έχουν πλέον κοινό, παγκόσμιο υπόβαθρο.
Πληθωρισμός, κρατικές δαπάνες και μειωμένη ζήτηση
Στον πυρήνα των ανησυχιών των επενδυτών βρίσκεται η μεταβολή του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Η μεγαλύτερη κατακερματισμένη φύση της παγκόσμιας οικονομίας καθιστά τις χώρες πιο ευάλωτες σε διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και στην προσφορά, αυξάνοντας τον κίνδυνο επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές στην αγορά ομολόγων ανησυχούν ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες, γεγονός που αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης και, κατ’ επέκταση, την προσφορά κρατικού χρέους.
Πρόσθετη πίεση ασκούν οι αλλαγές στη δομή των αγορών και οι δημογραφικές εξελίξεις. Οι παραδοσιακοί επενδυτές που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως σταθερή πηγή ζήτησης για μακροπρόθεσμους κρατικούς τίτλους δεν έχουν πλέον την ίδια δυνατότητα ή διάθεση να απορροφούν μεγάλες ποσότητες χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις κυβερνήσεις και τους υπουργούς Οικονομικών, οι οποίοι αναζητούν τρόπους να περιορίσουν το αυξημένο κόστος δανεισμού.
Στροφή σε βραχυπρόθεσμο χρέος
Μία από τις κινήσεις που εξετάζουν αρκετές κυβερνήσεις είναι η μετατόπιση των εκδόσεων προς ομόλογα μικρότερης διάρκειας, όπου οι αποδόσεις παραμένουν χαμηλότερες.
Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών είναι περιορισμένα. Το σημερινό περιβάλλον διαφέρει σημαντικά από την περίοδο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, όταν οι κυβερνήσεις μπορούσαν να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση για δεκαετίες με σχεδόν μηδενικό κόστος.
«Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς σε ποιο επίπεδο αποδόσεων θα γινόταν πιο ελκυστική η προοπτική συνολικών αποδόσεων στα ομόλογα μεγάλης διάρκειας», δήλωσε ο Κρις Ίγκο, επικεφαλής επενδύσεων της AXA IM Core στην BNP Paribas Asset Management.
Όπως σημείωσε, η κατάσταση θα μπορούσε να αλλάξει μόνο σε περίπτωση απότομης επιδείνωσης των οικονομικών στοιχείων ή ενός εξωτερικού σοκ, εκτιμώντας ότι το δεύτερο ενδεχόμενο εμφανίζεται σήμερα πιο πιθανό.
Η ενεργειακή κρίση επιβαρύνει τις αγορές
Σημαντικό πλήγμα στις διεθνείς αγορές χρέους έχει προκαλέσει φέτος και η απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας, στον απόηχο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και, κατ’ επέκταση, τις προσδοκίες ότι η Federal Reserve και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να οδηγηθούν σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Ωστόσο, η πίεση στα ομόλογα δεν αποτελεί αποκλειστικά συνέπεια της ενεργειακής αναταραχής. Η επιδείνωση στις αγορές κρατικού χρέους είχε ξεκινήσει νωρίτερα, γεγονός που δείχνει ότι πίσω από τις πρόσφατες αναταράξεις βρίσκονται βαθύτερες και πιο μόνιμες αλλαγές που επηρεάζουν τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Πονοκέφαλος για Τραμπ και Μπέσεντ
Η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δημιουργεί ένα ακόμη μέτωπο για τον Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το αυξημένο κόστος με το οποίο δανείζεται το αμερικανικό Δημόσιο μεταφέρεται σταδιακά στην ευρύτερη οικονομία, επηρεάζοντας τα επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια, αλλά και το κόστος των στεγαστικών δανείων.
«Οι εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να επιφέρουν μεγαλύτερους κινδύνους σε επίπεδο πολιτικής και σίγουρα θα στρέψουν την προσοχή των αγορών στα δημοσιονομικά ζητήματα, ενόψει της συνήθους περιόδου κατάρτισης των προϋπολογισμών», ανέφερε ο Ίγκο.
Όπως πρόσθεσε, δεν θα ήταν ιδανικό να εισέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια κρίσιμη εκλογική περίοδο με τα στεγαστικά επιτόκια να αυξάνονται, ακόμη και αν αυτά παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2023.
Το sell-off έχει παγκόσμιες διαστάσεις
Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ αποτελούν μόνο ένα κομμάτι της συνολικής εικόνας. Η πίεση έχει εξαπλωθεί στις αγορές κρατικού χρέους διεθνώς, με τη μέση απόδοση ενός δείκτη αναφοράς για κρατικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας παγκοσμίως να έχει εκτιναχθεί σχεδόν στο 4,5%.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο που καταγράφεται στα διαθέσιμα στοιχεία του Bloomberg από το 2015, αποτυπώνοντας το μέγεθος της μεταβολής που συντελείται στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Το νέο τοπίο σηματοδοτεί μια σαφή απομάκρυνση από την εποχή του φθηνού χρήματος και των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων. Για κυβερνήσεις, επενδυτές και επιχειρήσεις, η επιστροφή ενός υψηλότερου και πιο επίμονου κόστους χρήματος διαμορφώνει πλέον ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον χρηματοδότησης.