Σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα πραγματοποιήθηκε στον Λευκός Οίκος η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, με φόντο την κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν και τις ραγδαίες στρατιωτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Από τα πρώτα λεπτά των κοινών δηλώσεων, ο Τραμπ επέλεξε σκληρή ρητορική, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική ισχύς της Τεχεράνης έχει «σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί». «Δεν έχουν ναυτικό, έχει καταστραφεί. Δεν έχουν αεροπορία, δεν έχουν αεράμυνα — έχει καταστραφεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «σχεδόν τα πάντα έχουν καταστραφεί». Παράλληλα, εξήρε τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, κάνοντας λόγο για «εξαιρετικό στρατό» που «κάνει φανταστική δουλειά».
«Έπρεπε να δράσουμε»
Ο Αμερικανός πρόεδρος περιέγραψε τη διαδικασία που, όπως είπε, οδήγησε στην απόφαση για επίθεση κατά του Ιράν, σημειώνοντας ότι προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις που δεν απέδωσαν. «Εκείνοι επρόκειτο να επιτεθούν πρώτοι, το ένιωθα έντονα. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό», δήλωσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον έδρασε προληπτικά.
Σε μια αποστροφή που προκάλεσε αίσθηση, παραδέχθηκε ότι ενδέχεται να «ανάγκασε το Ισραήλ να δράσει» ταχύτερα, επιμένοντας ωστόσο ότι οι στρατιωτικοί στόχοι του Ιράν έχουν σχεδόν εξουδετερωθεί. Ταυτόχρονα, προειδοποίησε για τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης μετά από μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος: «Το χειρότερο θα ήταν να χτυπήσουμε το Ιράν και να αναλάβει κάποιος εξίσου κακός με τον προηγούμενο».
Ο Τραμπ κατηγόρησε επίσης την Τεχεράνη ότι επιτίθεται «σε πολιτικά μέρη, ξενοδοχεία και πολυκατοικίες», κάνοντας λόγο για «πολύ κακιά ιδεολογία» και υποστηρίζοντας ότι το Ιράν έχει πλήξει χώρες όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και το Ομάν.
Βολές κατά Ευρωπαίων συμμάχων
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Ο Αμερικανός πρόεδρος άσκησε κριτική σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δηλώνοντας ότι είναι ικανοποιημένος με ορισμένους συμμάχους, αλλά «όχι με άλλους».
Στρέφοντας τα πυρά του στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχολίασε δηκτικά ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ», αναφερόμενος στον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ. Παράλληλα, εξέφρασε δυσαρέσκεια για καθυστερήσεις, όπως είπε, στη διευκόλυνση στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε έναντι της Ισπανίας, ανακοινώνοντας ότι οι ΗΠΑ θα διακόψουν «κάθε εμπορική συναλλαγή» με τη χώρα, μετά την άρνησή της να επιτρέψει τη χρήση στρατιωτικών βάσεων για επιχειρήσεις που σχετίζονται με επιθέσεις κατά του Ιράν. «Η Ισπανία έχει συμπεριφερθεί απαράδεκτα», δήλωσε, σημειώνοντας ότι έχει ζητήσει από τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να προχωρήσει στις σχετικές ενέργειες. Επέκρινε, επίσης, τη στάση της Μαδρίτης στο ζήτημα της αύξησης των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Μερτς: «Ελπίζουμε σε γρήγορο τέλος»
Από την πλευρά του, ο Φρίντριχ Μερτς υιοθέτησε πιο μετρημένο τόνο, αν και συμφώνησε με τον Αμερικανό πρόεδρο ως προς την ανάγκη πολιτικής αλλαγής στην Τεχεράνη. «Συμφωνούμε όσον αφορά την ανατροπή αυτού του τρομερού καθεστώτος. Θα συζητήσουμε για το τι θα συμβεί μετά», ανέφερε.
Ο Γερμανός καγκελάριος τόνισε ότι «όλοι ελπίζουμε αυτός ο πόλεμος να τελειώσει το συντομότερο δυνατό», εκφράζοντας την προσδοκία ότι οι στρατιωτικές ενέργειες θα οδηγήσουν σε μια νέα κυβέρνηση που «θα επαναφέρει την ειρήνη και την ελευθερία».
Η συνάντηση ανέδειξε αφενός τη σύμπλευση Βερολίνου–Ουάσιγκτον ως προς τη στρατηγική έναντι του Ιράν, αφετέρου όμως και τις αυξανόμενες τριβές στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου, σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική ένταση δοκιμάζει τη συνοχή των συμμαχιών.