Την 1η Ιανουαρίου 2026 η Βουλγαρία αναμένεται να γράψει ένα νέο κεφάλαιο στην ευρωπαϊκή της πορεία, καθώς προβλέπεται να γίνει το 21ο κράτος-μέλος της Ευρωζώνης. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος συνιστά ένα κρίσιμο ορόσημο για τη χώρα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007. Εφόσον το χρονοδιάγραμμα τηρηθεί, μόνο έξι από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ θα παραμείνουν εκτός ευρώ.
Για τη Σόφια, το ευρώ δεν αποτελεί απλώς τεχνική αλλαγή νομίσματος. Όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός Ρόζεν Ζελιάσκοφ, πρόκειται για «μια στρατηγική απόφαση» που ενισχύει τη θέση της Βουλγαρίας στην Ευρώπη και παγιώνει τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό.
Ωστόσο, πίσω από τις πολιτικές διακηρύξεις, οι οικονομολόγοι κρατούν πιο επιφυλακτική στάση. Κοινός παρονομαστής των προειδοποιήσεών τους είναι ότι η ένταξη στο ευρώ δεν εγγυάται αυτομάτως υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. «Είναι κρίσιμο τα εισοδήματα να αντικατοπτρίζουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και οι άνθρωποι να μη ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους», τονίζουν. Όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά, αν τα εισοδήματα αποσυνδεθούν από την πραγματική παραγωγή και διογκωθούν τεχνητά μέσω δανεισμού, ενδέχεται να προκύψουν σοβαρές στρεβλώσεις — «όπως είδαμε στην Ελλάδα».
Προσδοκίες και επιφυλάξεις για την ευημερία
Σύμφωνα με τη Ροσίτσα Ρανγκελόβα, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών (BAS), οι υποστηρικτές της ένταξης «παρουσιάζουν συχνά την κατάσταση σαν να πρόκειται να αυξηθεί αυτόματα το βιοτικό επίπεδο και η ευημερία της χώρας». Όπως σημειώνει όμως, δεν είναι σαφές πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο χωρίς βαθιές και καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις. «Χωρίς αυτές, η Βουλγαρία δεν θα είναι ισότιμο μέλος στην Ευρωζώνη», προειδοποιεί.
Η εικόνα της οικονομίας σήμερα
Τα τελευταία χρόνια, η βουλγαρική οικονομία ακολουθεί σχετικά σταθερή πορεία. Ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί, το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει ελεγχόμενο, το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και οι προοπτικές ανάπτυξης χαρακτηρίζονται θετικές.
«Η οικονομική κατάσταση ήταν σταθερή τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμη κι αν η ανάπτυξη και η σύγκλιση δεν εξελίχθηκαν με τον βέλτιστο τρόπο», σημειώνει ο Γκούντραμ Βολφ, ειδικός στη δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης στο ευρωπαϊκό οικονομικό ινστιτούτο Bruegel.
Την ίδια εκτίμηση συμμερίζεται και ο Νόρμπερτ Μπέκμαν, επικεφαλής του γραφείου του Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ (KAS) στη Βουλγαρία. Όπως τονίζει, η χώρα πληροί όλα τα κριτήρια σύγκλισης για την ένταξη στο ευρώ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο χαμηλό δημόσιο χρέος. Παρά ταύτα, υπογραμμίζει ότι «η βουλγαρική οικονομία έχει ακόμη δρόμο να καλύψει ως προς τη δομή και την παραγωγικότητά της».
Δημοσιονομική πειθαρχία και κίνδυνοι
Οι ειδικοί προειδοποιούν την κυβέρνηση να μη χαλαρώσει τη δημοσιονομική πειθαρχία μετά την υιοθέτηση του ευρώ. «Ο κύριος κίνδυνος είναι να θεωρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία λιγότερο δεσμευτική μετά την ένταξη στην Ευρωζώνη και έτσι να αυξηθούν τα ελλείμματα», επισημαίνει ο Βολφ, αν και εκτιμά ότι, λόγω του χαμηλού χρέους, ο κίνδυνος αυτός παραμένει περιορισμένος.
Ο Μπέκμαν, από την πλευρά του, επανέρχεται στο ζήτημα των εισοδημάτων και της παραγωγικότητας, τονίζοντας την ανάγκη αποφυγής στρεβλώσεων στην αγορά. Όπως λέει, η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η τεχνητή αύξηση εισοδημάτων μέσω δανεισμού μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ανισορροπίες.
Πολιτική αστάθεια και κοινωνική δυσπιστία
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η πολιτική αστάθεια. Η κοινωνική οργή για την οικονομική κακοδιαχείριση και τη διάχυτη διαφθορά παραμένει έντονη. Η Βουλγαρία, μία από τις φτωχότερες χώρες της ΕΕ, κατατάσσεται μεταξύ των πιο διεφθαρμένων κρατών-μελών σύμφωνα με τον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International.
Η χώρα των 6,4 εκατ. κατοίκων έχει διεξαγάγει επτά βουλευτικές εκλογές από το 2021 και δεν αποκλείεται να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες τους επόμενους μήνες. Η κυβέρνηση του Ζελιάσκοφ παραιτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου, έπειτα από μαζικές διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς και των δημοσιονομικών σχεδίων που προέβλεπαν αυξήσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Αν και ο προϋπολογισμός αποσύρθηκε, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει.
Την ίδια ώρα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινή γνώμη είναι διχασμένη ως προς την εισαγωγή του ευρώ. Οι σκεπτικιστές φοβούνται άνοδο του πληθωρισμού λόγω της μετατροπής των τιμών από το λεβ στο ευρώ και εκφράζουν ανησυχίες για απώλεια της δυνατότητας αυτόνομης νομισματικής πολιτικής.
Ευρωσκεπτικισμός και γεωπολιτική διάσταση
Η Ρανγκελόβα εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική, υποστηρίζοντας ότι η ένταξη στην Ευρωζώνη δεν θα ωφελήσει τη βουλγαρική οικονομία. Κατά την άποψή της, η χώρα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε περιφερειακό κράτος της ζώνης του ευρώ, λιγότερο ευέλικτο και λιγότερο ικανό να διαχειρίζεται κρίσεις. Παράλληλα, ασκεί κριτική στις αρχές για το γεγονός ότι δεν διεξήχθη δημοψήφισμα. «Σε τόσο θεμελιώδη ζητήματα, οι δημοκρατικές χώρες λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη της κοινωνίας», σημειώνει, κατηγορώντας τις κυβερνήσεις ότι συστηματικά απορρίπτουν τα δημοψηφίσματα ως μέσο λαϊκής έκφρασης.
Ο Βολφ, πάντως, αποδίδει μέρος του ευρωσκεπτικισμού σε εκστρατείες παραπληροφόρησης και θεωρίες συνωμοσίας, επισημαίνοντας ότι «η Ρωσία προσπαθεί ξεκάθαρα να επαναφέρει τη χώρα στη σφαίρα επιρροής της». Ο Μπέκμαν εκτιμά ότι οι ευρωσκεπτικιστικές φωνές παραμένουν μειοψηφικές και δύσκολα θα αλλάξει αυτό, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τις αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις, τα κόμματα που στηρίζουν την ένταξη στο ευρώ και τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας διατηρούν πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.
«Όχι ένταξη με οποιοδήποτε κόστος»
Το τελικό μήνυμα, ωστόσο, παραμένει προειδοποιητικό. Όπως καταλήγει η Ρανγκελόβα, η ένταξη στην Ευρωζώνη «με οποιοδήποτε κόστος» δεν οδηγεί αυτομάτως στην ευημερία. Αντίθετα, η Βουλγαρία θα έπρεπε —κατά την άποψή της— να δώσει προτεραιότητα στη σταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού, σε μια συνετή μακροοικονομική πολιτική, σε ισχυρούς εγχώριους θεσμούς και στη χρηστή διακυβέρνηση. Μόνο τότε, το ευρώ θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο σύγκλισης και όχι πηγή νέων ανισορροπιών.
Πηγή: Deutsche Welle