Καθώς η ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας κλιμακώνεται επικίνδυνα, ο έλεγχος των μεγαλύτερων επιβεβαιωμένων πετρελαϊκών αποθεμάτων του πλανήτη μετατρέπεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά διακυβεύματα της εποχής. Παρά τις κατηγορηματικές διαψεύσεις της Ουάσιγκτον, η αποστολή περισσότερων από δώδεκα αμερικανικών πολεμικών πλοίων και 15.000 στρατιωτών στην Καραϊβική τροφοδοτεί τις καταγγελίες του Νικολάς Μαδούρο ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχό της τον «μαύρο χρυσό» της Βενεζουέλας.
Σε ανάλυσή του, το CNN επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται έτοιμες ακόμη και για στρατιωτική δράση, με τον Μαδούρο να συνδέει ανοιχτά αυτή την επιθετική στάση με την επιθυμία της Ουάσιγκτον να αποκτήσει πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας του.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το αφήγημα, υποστηρίζοντας πως οι στρατιωτικές αναπτύξεις και οι προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενες χερσαίες επιχειρήσεις –καθώς και η έκκληση προς τα αεροσκάφη να αποφεύγουν τον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας– εντάσσονται στο πλαίσιο της προσπάθειας των ΗΠΑ να αναχαιτίσουν την παράτυπη μετανάστευση και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών.
Όμως, ανεξάρτητα από το επίσημο αμερικανικό αφήγημα, κάθε συζήτηση για ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Καράκας αναπόφευκτα οδηγεί στο ίδιο σημείο: τα τεράστια αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, τα μεγαλύτερα στον κόσμο, θα καθορίσουν το μέλλον της.
Το τεράστιο «χρυσωρυχείο» του Καράκας
Η Βενεζουέλα διαθέτει 303 δισ. βαρέλια αργού — περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποθεμάτων, σύμφωνα με την Ενεργειακή Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA). Πρόκειται για την μεγαλύτερη συγκέντρωση αργού πετρελαίου στον πλανήτη, ξεπερνώντας ακόμη και τις χώρες του Κόλπου.
Ωστόσο, η πραγματική παραγωγή της χώρας απέχει πολύ από τις δυνατότητές της. Σήμερα η ημερήσια παραγωγή βρίσκεται γύρω στο 1 εκατομμύριο βαρέλια — σημαντική ποσότητα, αλλά μόλις 0,8% της παγκόσμιας παραγωγής. Είναι λιγότερη από τη μισή παραγωγή που είχε η χώρα πριν αναλάβει ο Μαδούρο το 2013 και περίπου το ένα τρίτο από τη «χρυσή περίοδο» των 3,5 εκατ. βαρελιών πριν από το 1999.
Οι διεθνείς κυρώσεις, η πολυετής οικονομική κατάρρευση, η έλλειψη επενδύσεων και η σχεδόν πλήρης εγκατάλειψη των ενεργειακών υποδομών έχουν οδηγήσει τη βιομηχανία σε παρατεταμένη αποσύνθεση. Επιπλέον, το βενεζουελάνικο πετρέλαιο –βαρύ και όξινο– απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και τεχνογνωσία, κάτι που μόνο μεγάλες διεθνείς εταιρείες μπορούν να προσφέρουν, όμως η πρόσβασή τους στη χώρα έχει απαγορευθεί ή περιοριστεί.
Από το 2005, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις στην PDVSA, ενώ το 2019 η κυβέρνηση Τραμπ μπλόκαρε ουσιαστικά όλες τις εξαγωγές αργού προς την Αμερική. Το 2022 ο Μπάιντεν επέτρεψε προσωρινά στην Chevron να δραστηριοποιηθεί στη χώρα, σε μια προσπάθεια συγκράτησης των τιμών της βενζίνης, απόφαση που ο Τραμπ ακύρωσε και επανέφερε με αυστηρούς όρους.
Γιατί οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ενδιαφέρονται
Παρότι οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, εξακολουθούν να χρειάζονται εισαγωγές βαρέος αργού — το είδος που παράγει η Βενεζουέλα. Το αμερικανικό ελαφρύ πετρέλαιο είναι ιδανικό για βενζίνη, αλλά όχι για προϊόντα όπως το ντίζελ, η άσφαλτος ή τα καύσιμα βαρέων μηχανημάτων.
Για δεκαετίες, τα αμερικανικά διυλιστήρια είχαν σχεδιαστεί ειδικά για το βενεζουελάνικο πετρέλαιο, το οποίο, λόγω της «λασπώδους» σύστασής του, απαιτεί ειδική επεξεργασία, αλλά καθιστά τα διυλιστήρια πιο αποδοτικά.
Τον Σεπτέμβριο, οι ΗΠΑ εισήγαγαν 102.000 βαρέλια ημερησίως από τη Βενεζουέλα — ποσότητα μικρή συγκριτικά με άλλες χώρες, αλλά κρίσιμη σε περίοδο διεθνών ελλείψεων.
Το σενάριο ανατροπής Μαδούρο
Αν ανοίξει ξανά η αγορά πετρελαίου της Βενεζουέλας, οι επιπτώσεις θα είναι τεράστιες:
– θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες για δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες,
– οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να συγκρατηθούν,
– η χώρα θα μπορούσε να επιστρέψει ως μεγάλος παραγωγός,
– θα δημιουργηθεί εναλλακτική πηγή σε τύπους πετρελαίου που σήμερα εισάγονται από τη Ρωσία.
Ωστόσο, μια πλήρης επαναφορά της παραγωγής απαιτεί χρόνο και τεράστια κεφάλαια. Η PDVSA υποστηρίζει ότι οι αγωγοί της δεν έχουν αναβαθμιστεί επί 50 χρόνια, με το κόστος εκσυγχρονισμού να εκτιμάται στα 58 δισ. δολάρια.
Πέρα από τα οικονομικά οφέλη, η ενίσχυση της παραγωγής της Βενεζουέλας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γεωπολιτικό αντίβαρο στη Ρωσία, της οποίας το πετρέλαιο εξακολουθούν να αγοράζουν η Ινδία και η Κίνα, παρά τις κυρώσεις της Δύσης.
Ο Φιλ Φλιν, αναλυτής της Price Futures Group, συνοψίζει: «Με μια νόμιμη κυβέρνηση, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να ανοίξει τον κόσμο σε νέα προσφορά πετρελαίου και να μειώσει τον κίνδυνο ελλείψεων». Και προσθέτει με νόημα: «Θα μπορούσαν να την κάνουν ξανά σπουδαία — αλλά πρώτα πρέπει να απαλλαγούν από τον Μαδούρο».
Γι’ αυτό και δεν λείπουν οι εκτιμήσεις ότι το πετρέλαιο βρίσκεται στο επίκεντρο της επιθετικής στάσης της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Μαδούρο απέστειλε μάλιστα επιστολή στον γενικό γραμματέα του ΟΠΕΚ, κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι θέλουν να «κατασχέσουν» τα αποθέματα της χώρας του.
Ο πρόεδρος της Κολομβίας, Γκουστάβο Πέτρο, το διατυπώνει ακόμη πιο καθαρά: «Το πετρέλαιο βρίσκεται στον πυρήνα του ζητήματος. Στην ουσία, πρόκειται για μια διαπραγμάτευση γύρω από το πετρέλαιο. Πιστεύω ότι αυτή είναι η λογική του Τραμπ».