Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε ολόκληρο πακέτο προστίμων ύψους 157 εκατομμυρίων ευρώ στις εταιρείες πολυτελείας Gucci, Chloé και Loewe, κατηγορώντας τις για συστηματικές παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό τιμών μεταπώλησης στους λιανικούς τους συνεργάτες.
Η Gucci, θυγατρική του ομίλου Kering, τιμωρήθηκε με το μεγαλύτερο πρόστιμο, ύψους 119,7 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με το Reuters. Η Chloé, που ανήκει στον όμιλο Richemont, καταβάλλει 19,7 εκατ. ευρώ, ενώ η Loewe, μέλος του ομίλου LVMH, επιβαρύνεται με 18 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι τρεις μάρκες επέβαλαν στους μεταπωλητές τους σοβαρούς περιορισμούς: απαίτηση να μην παρεκκλίνουν από τις συνιστώμενες τιμές λιανικής, να εφαρμόζουν οροφές στις εκπτώσεις, και να τηρούν διάφορα χρονικά πλαίσια για τις καμπάνιες εκπτώσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, απαγόρευαν προσωρινά κάθε έκπτωση. Οι πρακτικές αυτές, όπως αναφέρει η Επιτροπή, περιορίζουν την εμπορική ελευθερία των λιανοπωλητών, μειώνουν τον ανταγωνισμό και αυξάνουν τις τιμές για τους καταναλωτές.
Η έρευνα της Επιτροπής είχε ξεκινήσει μετά από ανεπιθύμητες επιθεωρήσεις (dawn raids) τον Απρίλιο του 2023, και formal antitrust διαδικασία τον Ιούλιο του 2024. Η διάρκεια των παραβάσεων εκτείνεται σε αρκετά έτη: για παράδειγμα, η Gucci φέρεται να παραβίαζε τους κανόνες από τον Απρίλιο 2015 έως τον Απρίλιο του 2023, ενώ η Loewe από Δεκέμβριο 2015 έως Απρίλιο 2023. Η Chloé φέρεται να είχε αντίστοιχες παραβάσεις από Δεκέμβριο 2019 έως Απρίλιο 2023.
Όλες οι εταιρείες συνεργάστηκαν με την Επιτροπή, γεγονός που οδήγησε σε μείωση των προστίμων. Η Gucci και η Loewe πέτυχαν μείωση 50%, ενώ η Chloé μείωση 15% λόγω της συνεργασίας τους και της παροχής κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων σε πρώιμο στάδιο.
Η Kering δήλωσε ότι το πρόστιμο είχε ήδη προβλεφθεί στα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2025, ενώ η LVMH επιβεβαίωσε ότι η Loewe θα συμμορφωθεί πλήρως με τη νομοθεσία. Η Richemont δεν έχει προβεί ακόμη σε επίσημη ανακοίνωση.
Η απόφαση της Ε.Ε. θεωρείται μηνύματα προς τον κλάδο της πολυτελούς μόδας, υπογραμμίζοντας ότι ούτε οι κορυφαίες μάρκες μπορούν να παρακάμπτουν τους κανόνες ανταγωνισμού. Επιπλέον, ο τομέας ήδη αντιμετωπίζει πρόσθετη πίεση: μάρκες όπως Armani, Dior, Loro Piana και Tod’s ελέγχονται στην Ιταλία για καταχρήσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού και για κακομεταχείριση εργαζομένων. Ταυτόχρονα, περιστατικά παραβίασης προσωπικών δεδομένων πελατών έχουν αυξήσει τις ρυθμιστικές προκλήσεις για πολλές εταιρείες του χώρου. Η υπόθεση ανοίγει τον δρόμο για αυστηρότερη εποπτεία στον ευρωπαϊκό χώρο πολυτελείας και στέλνει σήμα ότι οι πρακτικές ελέγχου τιμών δεν θα γίνουν ανεκτές στην ενιαία αγορά της Ε.Ε.