Η Γκισλέιν Μάξγουελ, καταδικασμένη συνεργάτιδα του αποθανόντος παιδεραστή Τζέφρι Επσταϊν, δήλωσε σε αμερικανούς αξιωματούχους ότι η πολυσυζητημένη «λίστα πελατών» δεν υπάρχει, σύμφωνα με απομαγνητοφωνημένη συνέντευξή της που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Σε συνέντευξη του Ιουλίου με τον αναπληρωτή γενικό εισαγγελέα Τοντ Μπλανς, η Μάξγουελ είπε ότι «δεν γνωρίζει καμία υπόθεση εκβιασμού» και ότι δεν υπήρξε μάρτυρας ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ή του πρώην προέδρου Μπιλ Κλίντον.
Μίλησε επίσης για τη σχέση της ίδιας και του Επσταϊν με τον πρίγκιπα Αντριου, χαρακτηρίζοντας τις καταγγελίες ότι εκείνος είχε σεξουαλικές σχέσεις με ανήλικη στο σπίτι της «απολύτως αδιανόητες», μετέδωσε το BBC.
Η Μάξγουελ επιδιώκει προεδρική χάρη από τον Τραμπ, ενώ κατηγορείται ότι είπε ψέματα σε ομοσπονδιακές Aρχές. Η συνέντευξη δόθηκε σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Τραμπ δεχόταν αυξανόμενη πίεση να αποκαλύψει περισσότερα για τον Έπσταϊν — με τον οποίο ο Τραμπ διατηρούσε φιλικές σχέσεις, προτού, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, απομακρυνθούν το 2004, σύμφωνα με το BBC.
Λίγο μετά τη συνέντευξή της με τον Μπλανς, ο οποίος είχε στο παρελθόν διατελέσει προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ,— η Μάξγουελ μεταφέρθηκε από τις φυλακές της Φλόριντα σε χαμηλής ασφαλείας σωφρονιστικό ίδρυμα στο Τέξας, χωρίς να δοθεί επίσημη εξήγηση. Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι «δεν παρέχεται ούτε συζητείται καμία επιείκεια» στην υπόθεσή της.
Η Μάξγουελ εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών για εμπλοκή σε κύκλωμα εμπορίας ανηλίκων και έχει προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ζητώντας την ακύρωση της καταδίκης της. Ο δικηγόρος της έχει δηλώσει ότι θα «καλωσόριζαν» μια χάρη από τον πρόεδρο.
Αυξανόμενη είναι και η πίεση από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ για περισσότερη διαφάνεια γύρω από τις έρευνες για τον Eπσταϊν. Ο πρόεδρος, ωστόσο, κατηγορεί τους πολιτικούς του αντιπάλους ότι χρησιμοποιούν την υπόθεση για να αποσπάσουν την προσοχή από τις επιτυχίες της κυβέρνησής του.
Στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά —συνολικά 300 σελίδες, αρκετές εκ των οποίων είναι λογοκριμένες— η Μάξγουελ δήλωσε ότι, παρότι πιστεύει πως ο Τραμπ και ο Eπσταϊν ήταν κοινωνικά φιλικοί, δεν θεωρεί ότι υπήρξαν στενοί φίλοι.
«Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν είδα τον πρόεδρο σε κάποιο περιβάλλον που να σχετίζεται με μασάζ», είπε, αναφερόμενη στις «θεραπείες μασάζ» που, σύμφωνα με θύματα, χρησιμοποιούνταν για να στρατολογηθούν κορίτσια στα εγκλήματα του Έπσταϊν. «Ο πρόεδρος δεν υπήρξε ποτέ ανάρμοστος με κανέναν». «Στις φορές που βρέθηκα μαζί του, ήταν κύριος σε όλα τα επίπεδα», πρόσθεσε.
Η Μάξγουελ είπε ακόμη ότι δεν θυμάται ο Τραμπ να είχε στείλει στον Επσταϊν ευχετήριο σημείωμα για τα 50ά γενέθλιά του το 2003, παρά τις πρόσφατες αναφορές της Wall Street Journal.
Ο Μπλανς τη ρώτησε επίσης για την υποτιθέμενη «λίστα πελατών» με ισχυρά ονόματα, που έχει γίνει αντικείμενο θεωριών συνωμοσίας τα τελευταία χρόνια. Η Μάξγουελ ρωτήθηκε για πολλές γνωστές προσωπικότητες, όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ο Ιλον Μασκ, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ, ο Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ, ο ηθοποιός Κέβιν Σπέισι, το μοντέλο Ναόμι Κάμπελ και ο πρίγκιπας Αντριου, για τον οποίο αρνήθηκε ότι εκείνη τον γνώρισε στον Έπσταϊν.
Η λίστα των ισχυρών γνωριμιών του Έπσταϊν είχε γίνει επίκεντρο θεωριών που υποστήριζαν ότι η «βαθιά πολιτεία» τη διατηρούσε μυστική για να προστατεύσει εμπλεκόμενους. Κάποια στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ —μεταξύ τους ο τότε διευθυντής του FBI Κας Πατέλ και ο αναπληρωτής του Νταν Μποντζίνο— είχαν επαναλάβει αυτούς τους ισχυρισμούς, προτού αργότερα ανασκευάσουν.
«Δεν υπάρχει λίστα», δήλωσε η Μάξγουελ.
Αναφερόμενη εκτενώς στον πρίγκιπα Αντριου, τόνισε ότι είναι «κατάφωρο ψέμα» ότι εκείνη τον σύστησε στον ΈΕπσταϊν. Μίλησε επίσης για τις σχέσεις του δούκα με τον Επσταϊν και τη δούκισσα του Γιορκ, Σάρα Φέργκιουσον.
Σχετικά με τις κατηγορίες για ανάρμοστη σχέση του Αντριου με ανήλικη στο σπίτι της, η Μάξγουελ είπε πως τις θεωρεί «απολύτως αδιανόητες», επικαλούμενη ακόμη και το μέγεθος του σπιτιού της όπου υποτίθεται έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Για τη «διάσημη φωτογραφία» με τον Αντριου, την καταγγέλλουσα και την ίδια στο βάθος, απάντησε ότι είναι πλαστή.
Η γυναίκα που είχε καταγγείλει τον Αντριου ήταν η Βιρτζίνια Τζιούφρε, η οποία τον κατηγόρησε για σεξουαλική κακοποίηση όταν ήταν 17 ετών. Ο Αντριου αρνήθηκε, αλλά κατέληξε σε οικονομικό συμβιβασμό το 2022, χωρίς παραδοχή ενοχής ή συγγνώμη. Η φωτογραφία τους έχει γίνει σύμβολο της υπόθεσης, με τον ίδιο να αμφισβητεί την αυθεντικότητά της.
Η Τζιούφρε αυτοκτόνησε νωρίτερα φέτος. Η οικογένειά της κατηγόρησε το υπουργείο Δικαιοσύνης για τη συνέντευξη με τη Μάξγουελ, αποκαλώντας την «τέρας» που δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη.
Η Μάξγουελ είπε ότι γνώρισε πρώτη φορά τον Επσταϊν το 1991 και στη συνέχεια διατηρούσε μαζί του ερωτική σχέση. Ακόμη κι όταν αυτή έληξε, συνέχισε να πληρώνεται από εκείνον — μέχρι και 250.000 δολάρια το 2009 — παραμένοντας, όπως ανέφερε, «φίλοι με προνόμια». Πρόσθεσε ότι μετά το 2010 η σχέση τους ήταν «σχεδόν ανύπαρκτη».
Ερωτηθείσα για τον θάνατο του Επσταϊν, ο οποίος αυτοκτόνησε σε κελί της Νέας Υόρκης το 2019 ενώ περίμενε δίκη για εμπορία ανηλίκων, η Μάξγουελ είπε: «Δεν πιστεύω ότι πέθανε από αυτοκτονία», αν και διευκρίνισε ότι δεν έχει λόγο να πιστεύει πως δολοφονήθηκε για να σιωπήσει. «Είναι παράλογο», είπε για τις θεωρίες περί δολοφονίας. «Αν ήθελαν να τον σκοτώσουν, θα είχαν πολλές ευκαιρίες προτού μπει στη φυλακή».
Πριν από τη δημοσιοποίηση των πρακτικών, είχαν ενταθεί οι πιέσεις προς τον Τραμπ —ακόμη και από δικούς του υποστηρικτές και στελέχη του κόμματός του— να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια γύρω από τις έρευνες για τον Επσταϊν, συμφωνα πάντα με το BBC. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Παμ Μπόντι είχε ενημερώσει τον Τραμπ πως το όνομά του εμφανιζόταν σε σχετικά αρχεία. Ο ίδιος δεν κατηγορήθηκε ποτέ για παρανομία.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία είχε υποσχεθεί να δημοσιοποιήσει στοιχεία για την υπόθεση, αλλά λίγους μήνες αργότερα, ως πρόεδρος πλέον, άλλαξε στάση λέγοντας ότι η υπόθεση έχει κλείσει και κατηγορώντας όσους επέμεναν να τον ρωτούν ότι παραπλανούν τον κόσμο.
Την Παρασκευή, το Associated Press μετέδωσε ότι η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής έλαβε τον πρώτο φάκελο εγγράφων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ύστερα από σχετική κλήτευση. Εκπρόσωπος του προέδρου της Επιτροπής, Τζέιμς Κόμερ, δήλωσε στα ΜΜΕ:
«Η Επιτροπή σκοπεύει να δώσει τα έγγραφα στη δημοσιότητα αφού εξεταστούν διεξοδικά, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν αποκαλύπτονται τα στοιχεία θυμάτων ούτε υλικό παιδικής κακοποίησης. Θα συνεργαστούμε επίσης με το Υπουργείο Δικαιοσύνης ώστε η δημοσιοποίηση να μη βλάψει τυχόν εν εξελίξει ποινικές υποθέσεις ή έρευνες».