«Θρίαμβος για τον Βλαντίμιρ Πούτιν» χαρακτηρίζει το Politico τη συνάντηση που είχε ο Ρώσος πρόεδρος με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Αλάσκα, τονίζοντας ότι ο Κρεμλινάρχης αποκόμισε σημαντικά πολιτικά οφέλη απλώς και μόνο με την παρουσία του δίπλα στον Αμερικανό ηγέτη.
Στην ανάλυσή του, ο αρθρογράφος Jamie Dettmer υπογραμμίζει ότι, χωρίς καμία ουσιαστική πρόοδο προς τον τερματισμό του πολέμου, η εικόνα του Πούτιν να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον Τραμπ αποτέλεσε ισχυρό μήνυμα διεθνούς νομιμοποίησης.
Από τη στιγμή που οι δύο άνδρες πάτησαν το έδαφος της παλιάς αεροπορικής βάσης κοντά στο Άνκορατζ, το κλίμα ήταν εμφανώς θερμό: χαμόγελα, χειροκροτήματα, φιλικές χειρονομίες και χαλαρή συζήτηση πάνω στο κόκκινο χαλί. Η εικόνα ολοκληρώθηκε με μια συμβολική αλλά άνευ προηγουμένου κίνηση — τον Πούτιν να επιβιβάζεται στο «The Beast», το προεδρικό όχημα των ΗΠΑ, δίπλα στον Τραμπ, κάτι που έμοιαζε να τον ενθουσιάζει.
Πριν από τη σύνοδο, αρκετοί αξιωματούχοι και αναλυτές προειδοποιούσαν ότι ο Τραμπ ίσως άφηνε χώρο στον πρώην αξιωματικό της KGB να προωθήσει την ατζέντα του: την υποταγή της Ουκρανίας και την υπονόμευση της δυτικής ενότητας. Αν και δεν σημειώθηκε μια τέτοια «παράδοση», ο Πούτιν βγήκε κερδισμένος. Παρά το γεγονός ότι καταζητείται για εγκλήματα πολέμου, έγινε δεκτός στις Ηνωμένες Πολιτείες όχι σαν ηγέτης-παρίας αλλά ως συνομιλητής ισότιμος του Αμερικανού προέδρου. Και όλα αυτά χωρίς καμία παραχώρηση εκ μέρους του, ούτε καν μια προσωρινή εκεχειρία.
Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από τις εκτιμήσεις ειδικών όπως η πρώην σύμβουλος του Τραμπ, Φιόνα Χιλ, και ο Μάικλ Κάρπεντερ, πρώην διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας επί Μπάιντεν. «Η σύνοδος νομιμοποίησε τον Πούτιν στη διεθνή σκηνή», σχολίασε ο Κάρπεντερ.
Την ίδια στιγμή, η Μόσχα φρόντισε να αξιοποιήσει επικοινωνιακά τη συνάντηση: τα ρωσικά ΜΜΕ δεν στάθηκαν στο ουκρανικό, αλλά στο γεγονός ότι Πούτιν και Τραμπ εμφανίστηκαν ως δυο μεγάλοι ηγέτες που συζητούν για το μέλλον του κόσμου. Η ρητορική του Ρώσου προέδρου παρέμεινε αμετακίνητη· μίλησε για «ρίζες του πολέμου» και «απειλές κατά της ασφάλειας της Ρωσίας», επαναλαμβάνοντας το αφήγημα του Κρεμλίνου περί «αδελφικής χώρας» Ουκρανίας που ανήκει στον «ρωσικό κόσμο».
Ο στρατηγικός στόχος του ήταν σαφής: να μην προκαλέσει τον Τραμπ, να εμποδίσει νέες κυρώσεις από τη Δύση και να συνεχίσει τον πόλεμο με τους δικούς του όρους. Έτσι, εμφανίστηκε ως «εταίρος για την ειρήνη», ενώ στην πραγματικότητα δεν έδωσε καμία ένδειξη ότι σκοπεύει να υποχωρήσει από τον διαχρονικό του σκοπό — τον έλεγχο της Ουκρανίας.
Το συμπέρασμα, σύμφωνα με το Politico, είναι πως ο Πούτιν δεν έχει καμία βιασύνη να βάλει τέλος στη σύγκρουση. Αντίθετα, η συνέχισή της τον εξυπηρετεί, διατηρώντας τη Δύση σε αμηχανία και παρατείνοντας ένα καθεστώς πολεμικής οικονομίας που σταθεροποιεί την εξουσία του στο εσωτερικό.