H αναφορά του Heineken Group στην Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης
Αναφορά στη δικαστική διαμάχη με τη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης κάνει στην ετήσια έκθεσή του για το 2025 ο Όμιλος Heineken. Συγκεκριμένα, χωρίς να κατονομάζει την ελληνική εταιρεία, κάνει λόγο για «αγωγή αποζημίωσης μεταγενέστερης συνέχειας (follow-on damage claim) για συνολικό διεκδικούμενο ποσό ύψους 303 εκατ. ευρώ», η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή Ανταγωνισμού το 2014 στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία, για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
«Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η έκβαση της εν λόγω αξίωσης με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του ότι (i) η υπόθεση βρίσκεται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και (ii) η Αθηναϊκή Ζυθοποιία και η Heineken θα προβάλουν ενστάσεις και υπερασπιστικούς ισχυρισμούς κατά της αξίωσης, τόσο για διαδικαστικούς (procedural) λόγους όσο και επί της ουσίας», αναφέρει ο όμιλος.
Γιατί έφυγε η Carrefour από τη Ρουμανία και πώς κατέληξε στους Pavăl
Η αποχώρηση της Carrefour από τη ρουμανική αγορά δεν ήταν ένα μεμονωμένο επιχειρηματικό γεγονός ούτε μια απλή αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου. Όπως λένε άνθρωποι που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα στην βαλκανική χώρα, ήταν το αποτέλεσμα μιας σταδιακής μεταβολής του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος, όπου το οργανωμένο λιανεμπόριο –και ειδικά οι πολυεθνικές αλυσίδες– βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας έντονα φορτισμένης δημόσιας συζήτησης.
Τα τελευταία χρόνια, τα ξένα σούπερ μάρκετ στη Ρουμανία έχουν στοχοποιηθεί από εθνικιστικά και λαϊκιστικά κόμματα, τα οποία τα κατηγορούν ότι δεν πληρώνουν επαρκείς φόρους, ότι επαναπατρίζουν τα κέρδη τους και ότι λειτουργούν εις βάρος των εγχώριων παραγωγών. Η ρητορική αυτή δεν έμεινε μόνο σε πολιτικό επίπεδο: συνοδεύτηκε από εκκλήσεις για μποϊκοτάζ, δημόσιες καταγγελίες και αυξανόμενη πίεση προς τις ρυθμιστικές αρχές.
Σε αυτό το περιβάλλον, το εθνικιστικό κόμμα AUR έκανε ένα βήμα παραπέρα, καταθέτοντας σχέδιο νόμου που περιορίζει δραστικά τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας στα σούπερ μάρκετ και τα υπερμάρκετ. Σύμφωνα με την πρόταση, οι αλυσίδες θα μπορούν να διαθέτουν το πολύ 20% προϊόντα δικής τους μάρκας ανά κατηγορία. Το επιχείρημα είναι ότι οι μεγάλες αλυσίδες χρησιμοποιούν τα private label για να πιέζουν τιμές και όρους σε μικρούς και μεσαίους προμηθευτές, περιορίζοντας τη διαφοροποίηση και τη βιωσιμότητα της τοπικής παραγωγής.
Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο υιοθετήθηκε ήδη από τη Γερουσία, έστω και αν δεν έχει ολοκληρώσει τη νομοθετική του διαδρομή, έστειλε ένα σαφές μήνυμα στην αγορά: το πολιτικό ρίσκο για τις ξένες αλυσίδες αυξάνεται. Ακόμη κι αν ο νόμος τελικά δεν εφαρμοστεί στην αρχική του μορφή, το σήμα είναι ξεκάθαρο. Το επιχειρηματικό περιβάλλον γίνεται λιγότερο προβλέψιμο και περισσότερο εκτεθειμένο σε παρεμβάσεις με πολιτικό πρόσημο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Carrefour να αποεπενδύσει από τη Ρουμανία αποκτά άλλη διάσταση. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα αποδοτικότητας καταστημάτων ή αναδιάρθρωσης διεθνών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή μείωσης έκθεσης σε μια αγορά όπου το ρυθμιστικό και πολιτικό ρίσκο αυξάνεται ταχύτερα από τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η πώληση, ωστόσο, στους αδελφούς Pavăl και την Paval Holding (που πρόσφατα έριξαν 14 εκατ. ευρώ στην Praktiker Hellas) ήταν μια κίνηση που «έκλεισε τον κύκλο» χωρίς κοινωνικές ή πολιτικές αναταράξεις. Οι Adrian και Dragoș Pavăl, ιδιοκτήτες της Dedeman, αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά και αποδεκτά επιχειρηματικά success stories της Ρουμανίας. Ρουμάνοι, αυτοδημιούργητοι, με ισχυρό εθνικό αποτύπωμα, δεν μπορούν εύκολα να στοχοποιηθούν από εθνικιστική ρητορική.
Με άλλα λόγια, η Carrefour έφυγε από μια αγορά που γίνεται όλο και πιο «πολιτική» και παρέδωσε τη σκυτάλη σε παίκτες που θεωρούνται «δικοί μας». Και αυτό, στη σημερινή Ρουμανία, φαίνεται πως μετρά σχεδόν όσο και οι αριθμοί στους ισολογισμούς
Ποιο είναι το Suez Group που έκλεισε το deal με την ΑΚΤΟR
Όταν ένα deal φέρνει στο ίδιο σχήμα την ΑΚΤΟR με έναν όμιλο 160 ετών, έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιος είναι ο διεθνής παίκτης που μπαίνει στο κάδρο.
Ο γαλλικός όμιλος SUEZ Group συγκαταλέγεται στους ιστορικότερους και μεγαλύτερους ομίλους περιβαλλοντικών υπηρεσιών παγκοσμίως. Δραστηριοποιείται στη διαχείριση υδάτινων πόρων, στην επεξεργασία αποβλήτων και στην κυκλική οικονομία, αναπτύσσοντας λύσεις για πόλεις και βιομηχανίες που θέλουν να μειώσουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα και να αξιοποιήσουν καλύτερα τους πόρους τους.
Η ιστορία του ξεκινά από τη συμμετοχή στην κατασκευή της Διώρυγα του Σουέζ το 1869, ένα έργο που άλλαξε τον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη. Από τότε, η SUEZ εξελίχθηκε σε βασικό «παίκτη» των υποδομών νερού και περιβάλλοντος. Σήμερα έχει παρουσία σε 40 χώρες, απασχολεί περίπου 40.000 εργαζόμενους και το 2024 κατέγραψε έσοδα 9,2 δισ. ευρώ. Παρέχει πόσιμο νερό σε 68 εκατομμύρια ανθρώπους, υπηρεσίες αποχέτευσης σε 44 εκατομμύρια και ανακτά καθημερινά ενέργεια ή πρώτες ύλες από τεράστιους όγκους αποβλήτων.
Η μετοχική της σύνθεση δείχνει και το ειδικό της βάρος. Το 40% ανήκει στην Global Infrastructure Partners (θυγατρική της BlackRock), άλλο 40% στη Meridiam και το υπόλοιπο 20% στην Caisse des Dépôts Group, τον γαλλικό δημόσιο χρηματοπιστωτικό βραχίονα, μαζί με την CNP Assurances. Με άλλα λόγια, πίσω από τη SUEZ βρίσκονται μεγάλα διεθνή κεφάλαια υποδομών και θεσμικοί επενδυτές με μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Στα εμβληματικά έργα της περιλαμβάνονται μεγάλες μονάδες αφαλάτωσης όπως αυτή της Μελβούρνης, που καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών της πόλης, το National Water Carrier στην Ιορδανία με αγωγούς 445 χιλιομέτρων, η τεράστια μονάδα επεξεργασίας λυμάτων Worli στη Βομβάη, η μονάδα Llobregat στη Βαρκελώνη και μεγάλα συμβόλαια διαχείρισης δικτύων, όπως της Lydec στην Καζαμπλάνκα. Παράλληλα, επενδύει έντονα στην ψηφιοποίηση, έχοντας εγκαταστήσει πάνω από 7 εκατομμύρια «έξυπνους» μετρητές, δημιουργώντας ένα από τα μεγαλύτερα δίκτυα IoT για τη διαχείριση πόρων.
Για την ΑΚΤΟR, η συνεργασία με έναν τέτοιο όμιλο δεν σημαίνει μόνο τεχνογνωσία. Σημαίνει πρόσβαση σε διεθνή εμπειρία σε έργα ΣΔΙΤ, σε χρηματοδοτικά εργαλεία και σε τεχνολογίες αιχμής σε έναν κλάδο που στην Ελλάδα αναμένεται να κινηθεί έντονα τα επόμενα χρόνια. Και αυτό, σε μια αγορά περιβάλλοντος που ωριμάζει, έχει τη δική του σημασία.