Η Apple προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο, καταθέτοντας επίσημη έφεση κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που την υποχρεώνει να καταστήσει πιο «διαλειτουργικές» τις συσκευές της, όπως το iPhone και το iPad, με προϊόντα ανταγωνιστικών εταιρειών. Η έφεση υποβλήθηκε λίγο πριν τη λήξη της σχετικής προθεσμίας στις 30 Μαΐου και εστιάζει στον νόμο για τις ψηφιακές αγορές, έναν κανονισμό-ορόσημο της ΕΕ που αποσκοπεί στον περιορισμό της ισχύος των τεχνολογικών κολοσσών και στην ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Η Apple υποστηρίζει ότι η εντολή των Βρυξελλών, εφόσον εφαρμοστεί, θα την υποχρεώσει να μοιράζεται εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα χρηστών – όπως προσωπικές ειδοποιήσεις και αποθηκευμένα δίκτυα WiFi – πληροφορίες που, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι καν προσβάσιμες από την ίδια την εταιρεία. Εκπρόσωπος της Apple χαρακτήρισε τους κανόνες «βαθιά λανθασμένους» και ισχυρίστηκε ότι στοχοποιούν αποκλειστικά την Apple, δημιουργώντας συνθήκες που θα εμποδίσουν την τεχνολογική καινοτομία και θα υποβαθμίσουν την εμπειρία των Ευρωπαίων χρηστών.
Σύμφωνα με την εταιρεία, η έφεση αυτή κατατίθεται όχι μόνο για να προστατευθούν τα επιχειρηματικά της συμφέροντα, αλλά και προς όφελος των καταναλωτών που έχουν επιλέξει τα προϊόντα της λόγω της υψηλής ποιότητας και ασφάλειας που προσφέρουν. Την ίδια στιγμή, πηγές κοντά στην Apple αναφέρουν ότι εταιρείες όπως οι Meta, Google, Spotify και Garmin ασκούν πιέσεις για μεγαλύτερη πρόσβαση σε δεδομένα του iOS οικοσυστήματος.
Η Apple έχει επιστρατεύσει περίπου 500 τεχνικούς για να επεξεργαστούν λύσεις συμμόρφωσης με τον νόμο, ενώ ήδη από τον Δεκέμβριο είχε δημοσιεύσει έκθεση στην οποία υποστήριζε ότι οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των χρηστών.
Ο νόμος για τις ψηφιακές αγορές, που τέθηκε σε ισχύ το 2023, προβλέπει πρόστιμα έως και 10% των παγκόσμιων εσόδων μιας εταιρείας για μη συμμόρφωση. Τον Απρίλιο, η Apple και η Meta έγιναν οι πρώτες εταιρείες που αντιμετώπισαν κυρώσεις. Στην Apple επιβλήθηκε πρόστιμο 570 εκατομμυρίων δολαρίων και της ζητήθηκε να επιτρέψει σε προγραμματιστές να κατευθύνουν τους χρήστες προς φθηνότερες επιλογές εκτός του App Store, το οποίο έχει επικριθεί για τις υψηλές προμήθειες που επιβάλλει.
Υποστηρικτές του νόμου, όπως η Epic Games – γνωστή για τη νομική της διαμάχη με την Apple – και η Coalition for App Fairness, εκτιμούν ότι οι νέοι κανόνες είναι αναγκαίοι για να αποδοθούν ευθύνες σε ισχυρούς παίκτες που εφαρμόζουν μονοπωλιακές πρακτικές. Ο Gene Burrus, σύμβουλος της Coalition, δήλωσε ότι η Apple πρέπει να επιτρέψει στους προγραμματιστές να επικοινωνούν ελεύθερα με τους καταναλωτές και να σταματήσει να αντιμετωπίζει τη μη συμμόρφωση ως κερδοφόρα στρατηγική.
Η σύγκρουση αυτή αναδεικνύεται πλέον και σε ζήτημα εμπορικής πολιτικής μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον έχει επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί ότι τα πρόστιμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες ισοδυναμούν με έμμεσους δασμούς, ενώ οι εμπορικές σχέσεις φαίνεται να επιβαρύνονται εκ νέου ενόψει των επερχόμενων πολιτικών εξελίξεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.