Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επικύρωσε την Πέμπτη το πρόστιμο ύψους 4,125 δισ. ευρώ που έχει επιβληθεί στη Google για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μέσω του λειτουργικού συστήματος Android, διατηρώντας σε ισχύ μία από τις μεγαλύτερες κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε υπόθεση ανταγωνισμού.
Με την απόφασή του, το ΔΕΕ απέρριψε την προσφυγή της Google και της μητρικής της εταιρείας Alphabet, κρίνοντας ότι η εταιρεία επέβαλε παράνομους περιορισμούς στους κατασκευαστές συσκευών Android, προκειμένου να ενισχύσει τη δεσπόζουσα θέση της μηχανής αναζήτησης Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome.
Η απόφαση κλείνει οριστικά μια υπόθεση που διήρκεσε περισσότερο από μία δεκαετία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε την έρευνα το 2015 και το 2018 επέβαλε αρχικά πρόστιμο ύψους 4,343 δισ. ευρώ. Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μείωσε αργότερα στα 4,125 δισ. ευρώ, ακυρώνοντας μόνο το σκέλος που αφορούσε ορισμένες συμφωνίες κατανομής διαφημιστικών εσόδων.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκαν οι συμφωνίες της Google με κατασκευαστές κινητών συσκευών, σύμφωνα με τις οποίες η προεγκατάσταση των εφαρμογών Google Search και Chrome αποτελούσε προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας χρήσης του Play Store. Παράλληλα, οι λεγόμενες συμφωνίες «κατά του κατακερματισμού» εμπόδιζαν τους κατασκευαστές να διαθέτουν στην αγορά συσκευές με μη εγκεκριμένες εκδόσεις του Android.
Η έρευνα εξέτασε επίσης τις συμφωνίες κατανομής εσόδων, μέσω των οποίων οι κατασκευαστές λάμβαναν μέρος των διαφημιστικών εσόδων της Google με αντάλλαγμα να μην προεγκαθιστούν ανταγωνιστικές μηχανές αναζήτησης.
Το ΔΕΕ έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τις αντιανταγωνιστικές επιπτώσεις των πρακτικών αυτών και επιβεβαίωσε ότι οι συμφωνίες της Google περιόριζαν τον ανταγωνισμό, ενίσχυαν τη δεσπόζουσα θέση της εταιρείας και περιόριζαν τις εμπορικές δυνατότητες εναλλακτικών εκδόσεων του Android.
Με την απόφαση αυτή διατηρείται ο χαρακτηρισμός της υπόθεσης ως «ενιαίας και διαρκούς παράβασης», παρά το γεγονός ότι ακυρώθηκε μέρος των διαπιστώσεων σχετικά με τις συμφωνίες κατανομής διαφημιστικών εσόδων, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι οι υπόλοιπες πρακτικές εντάσσονταν στην ίδια συνολική στρατηγική περιορισμού του ανταγωνισμού.