Η Telefónica αποχώρησε επισήμως από το μετοχικό κεφάλαιο της BBVA, βάζοντας τέλος σε μια μετοχική σχέση που διήρκεσε 25 χρόνια. Η κίνηση αυτή, η οποία καταγράφεται στην τελευταία ετήσια οικονομική της έκθεση, σηματοδοτεί την πλήρη ρευστοποίηση της συμμετοχής της στην τράπεζα — μιας συμμαχίας που είχε γεννηθεί στις αρχές της νέας χιλιετίας ως «παγκόσμια συμμαχία» με στόχο την κυριαρχία στο ισπανόφωνο ψηφιακό και χρηματοοικονομικό οικοσύστημα.
Σύμφωνα με την έκθεση, κατά το 2025 η Telefónica προχώρησε στην πλήρη αποεπένδυση από την BBVA. Στις 31 Δεκεμβρίου 2024, ο όμιλος κατείχε συμμετοχή ύψους 417 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 0,77% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας. Ωστόσο, η σημαντική άνοδος της μετοχής της BBVA στο χρηματιστήριο κατά το τελευταίο έτος οδήγησε σε αυξημένο θετικό αντίκτυπο από την πώληση το 2025, καθώς και από τη ρευστοποίηση των σχετικών χρηματοοικονομικών παραγώγων. Η απόφαση είχε ληφθεί από τον τότε πρόεδρο της Telefónica, José María Álvarez-Pallete, πριν αποχωρήσει από την εταιρεία τον Ιανουάριο του 2025.
Η πώληση των μετοχών απέφερε στην εταιρεία τηλεπικοινωνιών 608 εκατ. ευρώ σε ρευστότητα και καθαρό λογιστικό κέρδος 335 εκατ. ευρώ λόγω υπεραξιών. Επιπλέον, 119 εκατ. ευρώ μεταφέρθηκαν σε αποθεματικά από αποτιμήσεις χρηματοοικονομικών στοιχείων. Με τη συναλλαγή αυτή, η Telefónica καθαρίζει τον ισολογισμό της από χρηματοοικονομικά στοιχεία που συνδέονται με την τράπεζα, της οποίας στο παρελθόν είχε κατέχει έως και το 3%.
Η αποδέσμευση δεν είναι πλήρως αμοιβαία. Ενώ η Telefónica αποχώρησε ολοκληρωτικά, η BBVA διατηρεί ακόμη ποσοστό 5,007% στην εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, η τράπεζα αποχώρησε από το διοικητικό συμβούλιο της Telefónica και ξεκαθάρισε ότι η συμμετοχή της δεν έχει πλέον στρατηγικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί καθαρά χρηματοοικονομική επένδυση «διαθέσιμη προς πώληση».
Οι δύο όμιλοι εξακολουθούν να διατηρούν κοινές συμμετοχές σε ορισμένες εταιρείες. Κατέχουν από 44,44% στην Adquira España, ενώ η Telefónica ελέγχει το 50% της Telefónica Factoring España και θυγατρικών της στη Βραζιλία, το Περού, την Κολομβία, τη Χιλή και τον Ισημερινό, όπου η BBVA διαθέτει μειοψηφικά ποσοστά. Επιπλέον, παραμένουν ενεργά χρηματοοικονομικά παράγωγα μεταξύ των δύο πλευρών, με καθαρή εύλογη αξία 66 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025 και ονομαστική αξία 5,943 δισ. ευρώ (έναντι 7,702 δισ. το 2024).
Αλλαγές στο διοικητικό συμβούλιο
Η θεσμική επισημοποίηση του «διαζυγίου» θα πραγματοποιηθεί στις 26 Μαρτίου, κατά τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Telefónica. Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνεται η αναδιάρθρωση του διοικητικού συμβουλίου, με την αποχώρηση του José María Abril, αντιπροέδρου και εκπροσώπου της BBVA στο συμβούλιο, έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες παρουσίας.
Τη θέση του προτείνεται να αναλάβει η Αυστραλή μάνατζερ Jane Thompson ως ανεξάρτητο μέλος. Ο πρόεδρος της Telefónica, Marc Murtra, τόνισε ότι η αποχώρηση της BBVA συνδέεται με τη νέα μετοχική πραγματικότητα, όπου έχουν ενισχυθεί νέοι βασικοί μέτοχοι, όπως το ισπανικό Δημόσιο μέσω της Sociedad Estatal de Participaciones Industriales (SEPI), ο σαουδαραβικός όμιλος Saudi Telecom Company (STC) και ο επενδυτικός βραχίονας του ιδρύματος La Caixa, CriteriaCaixa, με ποσοστά κοντά στο 10%.
Μια συμμαχία που γεννήθηκε το 2000
Η στρατηγική συμμαχία είχε ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 2000, επί προεδρίας Juan Villalonga στην Telefónica και συνεπικεφαλής Francisco González στην BBVA. Το σχέδιο προέβλεπε αμοιβαίες συμμετοχές: η Telefónica θα αποκτούσε 3% της τράπεζας και η BBVA έως 10% της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας, με ανταλλαγή αντιπροεδριών και κοινά σχέδια σε διαδικτυακές υπηρεσίες, ηλεκτρονικό εμπόριο και ψηφιακές πληρωμές.
Στο επίκεντρο της συνεργασίας βρέθηκαν εμβληματικά εγχειρήματα της εποχής, όπως η Terra, η Uno-e (η πρώτη διαδικτυακή τράπεζα της BBVA), συμμετοχές στην Telefónica B2B και στην Atento, καθώς και κοινές πρωτοβουλίες όπως το Movilpago και επενδύσεις σε άδειες UMTS και στη δορυφορική εταιρεία Hispasat.
Το 2026, το επιχειρηματικό τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Η αποχώρηση της BBVA από το διοικητικό συμβούλιο και η πώληση της συμμετοχής της Telefónica στην τράπεζα σηματοδοτούν τη διάλυση των παλαιών «σκληρών πυρήνων» ελέγχου στον ισπανικό επιχειρηματικό χάρτη. Με ποσοστό 5,007%, η BBVA βρίσκεται πλέον κάτω από το όριο που θα της εξασφάλιζε θέση σε συμβούλιο 15 μελών και επιλέγει να διατηρήσει ευελιξία κεφαλαίου, κλείνοντας έναν κύκλο 25 ετών εταιρικής συνύπαρξης.