Η κινεζική Anta Sports Products ανακοίνωσε την Τρίτη ότι συμφώνησε να αγοράσει ποσοστό 29,06% στη γερμανική εταιρεία αθλητικών ειδών Puma από την εταιρεία συμμετοχών Artémis της οικογένειας Πινό, έναντι 1,51 δισ. ευρώ (1,79 δισ. δολάρια).
Η κίνηση αυτή επικυρώνει μια συμφωνία που είχε αναφερθεί για πρώτη φορά από το Reuters νωρίτερα αυτόν τον μήνα και καθιστά τον κινεζικό όμιλο τον μεγαλύτερο μέτοχο της Puma.
Η εισηγμένη στο Χονγκ Κονγκ εταιρεία θα καταβάλει 35 ευρώ ανά μετοχή σε μετρητά για 43 εκατομμύρια μετοχές της Puma, ανέφερε η Anta σε ανακοίνωση προς το χρηματιστήριο.
Το Reuters είχε μεταδώσει στις αρχές Ιανουαρίου ότι η Anta είχε προσφερθεί να αγοράσει περίπου το 29% της Puma από την οικογένεια Πινό και είχε εξασφαλίσει χρηματοδότηση για την εξαγορά, αν και οι συνομιλίες τότε είχαν «κολλήσει» στο θέμα της αποτίμησης.
Η συναλλαγή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία ο γερμανικός όμιλος αθλητικών ειδών δυσκολεύεται να αναζωογονήσει τις πωλήσεις και την εμπιστοσύνη των επενδυτών υπό τον νέο διευθύνοντα σύμβουλό του, Άρθουρ Χέλντ.
Η Artémis, που διοικείται από τον Φρανσουά-Ανρί Πινό, πρόεδρο του ομίλου πολυτελών ειδών Kering, είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει τη συμμετοχή της στην Puma ως μη στρατηγική. Η οικογένεια Πινό απέκτησε το ποσοστό αυτό από την Kering το 2018, όταν ο όμιλος αναπροσδιόρισε τη στρατηγική του ως καθαρά προσανατολισμένη στα είδη πολυτελείας.
Η Puma βρίσκεται υπό πίεση καθώς η ζήτηση έχει εξασθενήσει, ενώ πρόσφατες κυκλοφορίες αθλητικών παπουτσιών, συμπεριλαμβανομένου του Speedcat, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν τη δυναμική που είχαν ελπίσει τα στελέχη της. Ο Χέλντ, που ανέλαβε πέρυσι, έχει παρουσιάσει ένα σχέδιο αναστροφής της πορείας με επίκεντρο την ενίσχυση της απήχησης του brand, τα προϊόντα υψηλών επιδόσεων και την πειθαρχία στο κόστος.
Η συμφωνία τελεί υπό την αίρεση εγκρίσεων από τις αρχές ανταγωνισμού, της έγκρισης των μετόχων της Anta και κανονιστικών εγκρίσεων στην Κίνα και σε άλλες δικαιοδοσίες. Η Anta δήλωσε ότι αναμένει να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση, με την ολοκλήρωση της συναλλαγής να τοποθετείται μετά την εκπλήρωση των όρων.