Στο επόμενο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης εισέρχεται το νέο οικιστικό έργο της Aura Residential A.E. εντός της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού.
Το project αφορά την ανάπτυξη συγκροτήματος 219 κατοικιών, το οποίο θα αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 16 στρεμμάτων και θα περιλαμβάνει τέσσερα υψηλά κτίρια, με μέγιστο ύψος τα 50 μέτρα.
Η επένδυση υλοποιείται από το κοινό εταιρικό σχήμα που έχει συσταθεί μεταξύ του ομίλου Λάτση, μέσω της Xeris Ventures με ποσοστό συμμετοχής 80%, και της Ελληνικό Α.Ε., θυγατρικής της Lamda Development, με ποσοστό 20%. Σε αδειοδοτικό επίπεδο, ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες υπαγωγής της πρώτης φάσης του έργου σε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, που αφορούν την έκδοση άδειας για εκσκαφές και την κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης.
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά μεγέθη της ανάπτυξης, σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης που είχε συνταχθεί στα τέλη του 2024, η αγοραία αξία του οικοπέδου των 15.944 τετραγωνικών μέτρων ανέρχεται σε 33,13 εκατ. ευρώ. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (CAPEX) για την κατασκευή των τεσσάρων οικιστικών κτιρίων εκτιμώνται ότι θα φθάσουν τα 170 εκατ. ευρώ, ενώ το κόστος για τα έργα υποδομής υπολογίζεται σε 11,5 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον φάκελο του έργου, το οικόπεδο διαθέτει μέγιστη επιτρεπόμενη κάλυψη 4.783 τ.μ. και μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 28.699 τ.μ. Η χρήση του είναι κατά κύριο λόγο οικιστική, ενώ στο σύνολο της ανάπτυξης προβλέπεται και η δημιουργία μικρού αναψυκτηρίου, καθώς και δύο υπόγειων επιπέδων που θα φιλοξενούν χώρους στάθμευσης και βοηθητικές χρήσεις. Το συγκρότημα βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με το Μητροπολιτικό Πάρκο και διαθέτει θέα προς τη θάλασσα.
Η συνολική δομημένη επιφάνεια κατοικιών ανέρχεται σε περίπου 26.300 τ.μ. και κατανέμεται σε 219 διαμερίσματα διαφόρων τύπων, από ένα έως τέσσερα υπνοδωμάτια. Το αναψυκτήριο προβλέπεται να καταλαμβάνει επιφάνεια 200 τ.μ., ενώ ο συνολικός αριθμός θέσεων στάθμευσης ανέρχεται σε 287, οι οποίες θα αναπτυχθούν στα δύο υπόγεια επίπεδα.
Το συγκρότημα περιλαμβάνει κατοικίες τόσο προς πώληση όσο και προς ενοικίαση. Το πρώτο κτίριο (Τ1) θα διαθέτει 11 υπέργειους ορόφους κατοικιών και αυτόνομο κατάστημα με χρήση αναψυκτηρίου, με συνολική ανωδομή 5.832 τ.μ. Το δεύτερο κτίριο (Τ2) θα έχει 12 υπέργειους ορόφους και ανωδομή 6.418 τ.μ., το τρίτο (Τ3) 11 υπέργειους ορόφους και ανωδομή 5.832 τ.μ., ενώ το τέταρτο κτίριο (Τ4) θα αναπτύσσεται σε 11 ορόφους με ανωδομή 8.239 τ.μ. Στα ανώτερα πέντε επίπεδα των κτιρίων προβλέπεται σταδιακή υποχώρηση σε σχέση με τους υποκείμενους ορόφους, με τη δημιουργία φυτεμένων επιφανειών και μικρών υπαίθριων κολυμβητικών δεξαμενών, αποκλειστικής χρήσης των αντίστοιχων διαμερισμάτων.
Η μέγιστη δυναμικότητα φιλοξενίας του συγκροτήματος εκτιμάται σε περίπου 1.570 άτομα, εκ των οποίων έως 1.460 θα είναι μόνιμοι κάτοικοι. Υπό συνθήκες κανονικής λειτουργίας και πληρότητας, η μελέτη υπολογίζει ποσοστό χρήσης περίπου 70%, που αντιστοιχεί σε περίπου 1.020 καθημερινούς χρήστες.
Όπως επισημαίνεται στη σχετική μελέτη, η επιλογή της κατασκευής τεσσάρων διακριτών κτιρίων έγινε στρατηγικά, με στόχο την αποφυγή συμπαγούς δόμησης και τη διατήρηση της αρμονίας με τον συνολικό σχεδιασμό της ευρύτερης ανάπτυξης του Ελληνικού. Η διάταξη αυτή επιδιώκει τη δημιουργία ανθρώπινης κλίμακας, την καλύτερη αξιοποίηση του περιβάλλοντος χώρου και τη λειτουργική σύνδεση με το Μητροπολιτικό Πάρκο και τους υπόλοιπους χώρους πρασίνου. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα το τοπίο να εκτείνεται και κάτω από τα κτίρια, μεγιστοποιώντας τον διαθέσιμο υπαίθριο χώρο.
Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου, η περιμετρική διάταξη των κτιρίων δημιουργεί έναν εκτεταμένο κεντρικό εσωτερικό κήπο, ο οποίος συνδέεται λειτουργικά και αισθητικά με τους υπαίθριους χώρους των ισογείων (pilotis) και επεκτείνεται προς τους πεζοδρόμους της δυτικής και νότιας πλευράς, καθώς και προς το Μητροπολιτικό Πάρκο στα ανατολικά. Ο περιβάλλων χώρος διαμορφώνεται σε υπερυψωμένο επίπεδο σε σχέση με τις όμορες οδούς, επιτρέποντας την ομαλή μετάβαση από τους ιδιωτικούς χώρους προς τον δημόσιο χώρο και λειτουργώντας ως φυσική προέκταση του πάρκου.
Η αρχιτεκτονική πρόταση υιοθετεί αρχές βιοκλιματικού σχεδιασμού, ενώ τα υψηλού ύψους pilotis στα ισόγεια επιτρέπουν τη διείσδυση φυσικού αερισμού κάτω από τους ορόφους κατοικιών, συμβάλλοντας στην παθητική ρύθμιση της θερμοκρασίας. Ο σχεδιασμός δίνει έμφαση στην πεζή κυκλοφορία και στην ήπια κινητικότητα, με την πρόσβαση ιδιωτικών οχημάτων να περιορίζεται αποκλειστικά στα δύο υπόγεια επίπεδα στάθμευσης. Στον υπαίθριο χώρο προβλέπεται κίνηση μόνο για υπηρεσιακά οχήματα και οχήματα έκτακτης ανάγκης.