Οι επενδύσεις που εξελίσσονται στα Ναυπηγεία του Κόλπου της Ελευσίνας διαμορφώνουν έναν από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς μετασχηματισμούς της σύγχρονης ελληνικής βιομηχανίας. Τη διαπίστωση αυτή ανέδειξε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, όπου εξετάστηκε το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή.
Όπως τόνισε, πρόκειται για ένα επενδυτικό εγχείρημα με ισχυρή οικονομική, τεχνολογική και γεωπολιτική διάσταση, το οποίο δεν περιορίζεται στη διάσωση ενός ιστορικού βιομηχανικού πυλώνα. Αντίθετα, δρομολογεί τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου για τη ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα, τα logistics και την ενεργειακή αλυσίδα της χώρας. Στον πυρήνα της παρέμβασης διαμορφώνεται ένα σύγχρονο και κερδοφόρο ναυπηγικό κέντρο, που λειτουργεί με διεθνείς προδιαγραφές και συνδυάζει κεφάλαια, τεχνογνωσία και μακροχρόνιες συμφωνίες για την κατασκευή και υποστήριξη πλοίων, τόσο εμπορικών όσο –πιθανώς– και αμυντικών στο μέλλον.
Σε καθαρά επιχειρηματικό επίπεδο, η Ελευσίνα μετατρέπεται σε πλατφόρμα προστιθέμενης αξίας. Τα αναβαθμισμένα ναυπηγεία μπορούν πλέον να υποστηρίξουν τεχνικές εργασίες υψηλής πολυπλοκότητας, μεγάλες δεξαμενές επισκευών και ένα πλήρες δίκτυο υποκατασκευαστών. Οι δυνατότητες αυτές οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας, σε καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών –όπως οι δεξαμενές και ο βαρύς εξοπλισμός– και σε υψηλότερη απόδοση κεφαλαίου σε σχέση με το παρελθόν.
Εξίσου κρίσιμη είναι η στρατηγική θέση της Ελευσίνας στο ευρύτερο δίκτυο της ελληνικής και διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας. Η γεωγραφική της εγγύτητα με τον Πειραιά, οι ενεργειακές υποδομές της Δυτικής Αττικής και η αναπτυσσόμενη ζώνη logistics στο Θριάσιο δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα συνεργειών. Παράλληλα, το επενδυτικό σχέδιο ανοίγει νέες πηγές εσόδων σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης: retrofit πράσινων τεχνολογιών, μετασκευές LNG και LPG, υποδομές ενέργειας και υπηρεσίες συντήρησης στόλων. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα αποκτά έναν ακόμη ανταγωνιστικό βιομηχανικό κόμβο, ικανό να διεκδικήσει μερίδιο από ευρωπαϊκά και περιφερειακά ναυπηγεία.
Οι προοπτικές απασχόλησης είναι επίσης σημαντικές. Η επένδυση δημιουργεί νέο κύμα ζήτησης για μηχανικούς, τεχνικούς, ηλεκτροσυγκολλητές, ειδικούς περιβάλλοντος και στελέχη logistics, προσφέροντας άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας που ενισχύουν την τοπική οικονομία και αναβαθμίζουν το εργασιακό δυναμικό της περιοχής.
Ο κ. Κορκίδης στάθηκε και στις αναφορές της κινεζικής πρεσβείας για το λιμάνι του Πειραιά, χαρακτηρίζοντάς τες υπερβολικές. Τόνισε ότι η Ελλάδα τήρησε πλήρως τους όρους της παραχώρησης, ότι η Cosco επένδυσε σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης και πως η δραστηριότητα της Ελευσίνας δεν πρόκειται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά προς το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Υπενθύμισε μάλιστα πως τα οικονομικά μεγέθη είναι απόλυτα ενδεικτικά: άλλα φορτία και υπηρεσίες διαχειρίζεται ο Πειραιάς με έσοδα 235 εκατ. ευρώ ετησίως, και εντελώς διαφορετικά η Ελευσίνα, με μόλις 5 εκατ. ευρώ.
Καταλήγοντας, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ σημείωσε ότι με τη νέα νομοθετική ρύθμιση υλοποιείται μια ουσιαστική εθνική στρατηγική, προς όφελος της ελληνικής οικονομίας, της τοπικής κοινωνίας και της ανάπτυξης της χώρας. Οι επενδύσεις στα ναυπηγεία Ελευσίνας και Σκαραμαγκά τα τελευταία τρία χρόνια έχουν ήδη δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας και νέο δυναμισμό στη ναυπηγική βιομηχανία, αποδεικνύοντας –όπως είπε– ότι η περαιτέρω αξιοποίηση της περιοχής του Κόλπου της Ελευσίνας και του Θριασίου συνιστά μια επιλογή με ξεκάθαρο και πολλαπλό όφελος για την Ελλάδα.