Οι λειτουργικές συνθήκες στον ελληνικό τομέα μεταποίησης συνέχισαν να βελτιώνονται στο τέλος του γ’ τριμήνου του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη PMI® της S&P Global. Ωστόσο, η δυναμική ανάπτυξης παρουσίασε επιβράδυνση σε σχέση με τον Αύγουστο, καθώς η αύξηση της παραγωγής, των νέων παραγγελιών και της απασχόλησης κινήθηκε με χαμηλότερους ρυθμούς.
Συγκεκριμένα, ο εποχικά προσαρμοσμένος δείκτης PMI διαμορφώθηκε στις 52 μονάδες τον Σεπτέμβριο, από 54,5 μονάδες τον Αύγουστο, υποχωρώντας έτσι στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα μηνών. Παρά την κάμψη, η μέτρηση παραμένει πάνω από το όριο των 50 μονάδων, που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση, και υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο (50,4 μονάδες).
Η επιβράδυνση αποδίδεται κυρίως στη μικρότερη άνοδο των νέων παραγγελιών, η οποία μείωσε τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης. Ωστόσο, εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι η ζήτηση διατηρήθηκε και ότι υπήρξε απόκτηση νέων πελατών, οδηγώντας σε μέτρια αύξηση πωλήσεων.
Θετικό στοιχείο αποτέλεσε η ενίσχυση της απασχόλησης και των αγορών εισροών, που βοήθησαν τις επιχειρήσεις να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά τον φόρτο εργασίας τους. Ο όγκος αδιεκπεραίωτων παραγγελιών μειώθηκε αισθητά, γεγονός που δείχνει καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Σε επίπεδο κόστους, καταγράφηκε ο βραδύτερος ρυθμός αύξησης από τον Νοέμβριο του 2023, καθώς η πίεση από τις τιμές εισροών υποχώρησε. Παρά την προσπάθεια των επιχειρήσεων να μετακυλήσουν τις δαπάνες μέσω αυξήσεων στις τιμές πώλησης, ο έντονος ανταγωνισμός περιόρισε τη δυνατότητα για σημαντικά περιθώρια κέρδους.
Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ενισχύθηκε, με τις εταιρείες να εκφράζουν αισιοδοξία για ισχυρότερες πωλήσεις τους επόμενους μήνες, στοιχείο που δείχνει ότι ο κλάδος εξακολουθεί να διατηρεί θετική προοπτική παρά τη βραχυπρόθεσμη κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης.
Οι νέες εργασίες αυξήθηκαν για ενδέκατο συνεχή μήνα, παρότι ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν ο ασθενέστερος που έχει καταγραφεί από τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, οι βελτιώσεις στις πωλήσεις επικεντρώθηκαν στις αγορές του εσωτερικού, καθώς οι νέες παραγγελίες εξαγωγών μειώθηκαν για πέμπτο συνεχή μήνα.
Ο ρυθμός συρρίκνωσης επιταχύνθηκε και ήταν ο ταχύτερος που έχει καταγραφεί από τον Δεκέμβριο του 2022 λόγω του υποτονικού κλίματος διεθνούς ζήτησης. Η μεγαλύτερη εισροή νέων παραγγελιών ώθησε τη νέα αύξηση των επιπέδων παραγωγής κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Οι Έλληνες κατασκευαστές ανέφεραν επίσης ότι οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα ενίσχυσαν την παραγωγή. Ο ρυθμός αύξησης ήταν ο δεύτερος βραδύτερος που έχει καταγραφεί σε διάστημα δέκα μηνών (ο πρώτος ήταν τον Ιούλιο του 2025).
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με αναφορές, οι υψηλότερες τιμές από την πλευρά των προμηθευτών οδήγησαν σε νέα αύξηση του κόστους εισροών για τους παραγωγούς αγαθών. Παρ’ όλα αυτά, ο ρυθμός αύξησης υποχώρησε στον ασθενέστερο που έχει καταγραφεί σε διάστημα περίπου δύο ετών, με βάση αναφορές για εκπτώσεις από τους προμηθευτές σε είδη όπως τα πολυμερή και συναφή υλικά.
Οι κατασκευαστές κατέγραψαν επίσης ηπιότερη –αν και ιστορικά υψηλή– αύξηση των χρεώσεων εκροών στο τέλος του τρίτου τριμήνου. Ο ρυθμός αύξησης των τιμών πώλησης ήταν μεταξύ των βραδύτερων που έχουν καταγραφεί σε διάστημα ενός έτους περίπου, καθώς οι εταιρείες προσπάθησαν να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Οι Έλληνες κατασκευαστές εξακολούθησαν να προσλαμβάνουν επιπλέον προσωπικό τον Σεπτέμβριο, καθώς ο ρυθμός δημιουργίας θέσεων εργασίας εξασθένησε ελαφρώς από το υψηλό τριών μηνών του Αυγούστου. Σύμφωνα με αναφορές, ο μεγαλύτερος φόρτος εργασίας συνέτεινε στην πρόσληψη προσωπικού πλήρους απασχόλησης, καθώς οι εταιρείες κατάφεραν κατ’ αυτόν τον τρόπο να μειώσουν σημαντικά τον όγκο αδιεκπεραίωτων εργασιών.
Οι νέες, πιο αισιόδοξες προοπτικές ως προς την παραγωγή κατά το επόμενο έτος συνέβαλαν στην αύξηση της απασχόλησης. Ο βαθμός αισιοδοξίας αυξήθηκε στον ισχυρότερο που έχει καταγραφεί από τον Ιούνιο, λόγω της αυξημένης δραστηριότητας στον τομέα κατασκευών και ακινήτων και της ελπίδας για ευνοϊκότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες.
Παράλληλα, η ζήτηση για εισροές διατηρήθηκε από την πλευρά των παραγωγών αγαθών, καθώς η αγοραστική δραστηριότητα αυξήθηκε με έντονο ρυθμό. Οι εταιρείες ανέφεραν ότι στην άνοδο οδήγησαν οι μεγαλύτερες απαιτήσεις παραγωγής, άνοδος η οποία εξασθένησε ελαφρώς σε σύγκριση με την αντίστοιχη του Αυγούστου. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο καταγράφηκαν περαιτέρω καθυστερήσεις στους χρόνους παράδοσης προμηθειών .
Σύμφωνα με αναφορές μελών του πάνελ, οι αλλαγές στις μεταφορές και στα τελωνεία οδήγησαν σε μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης υλικών. Παρότι έντονος, ο βαθμός στον οποίο μειώθηκε η απόδοση των προμηθευτών ήταν ο λιγότερος σημαντικός που έχει καταγραφεί σε διάστημα τριών μηνών.
Τέλος, οι παραγωγοί αγαθών κατέγραψαν εντονότερες συρρικνώσεις στα αποθέματα τόσο των προμηθειών όσο και των ετοίμων προϊόντων κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με αναφορές, οι μειώσεις στα τρέχοντα αποθέματα οφείλονταν σε πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν απευθείας από τα αποθέματα, στη χρήση των αποθηκευμένων εισροών για τη διευκόλυνση των απαιτήσεων των νέων παραγγελιών και στις δυσκολίες αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Siân Jones, Επικεφαλής Οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence
«Ο ελληνικός τομέας μεταποίησης παρέμεινε ένα θετικό σημείο στην Ευρωζώνη, καθώς η παραγωγή και οι νέες παραγγελίες υπέδειξαν συνεχιζόμενες αυξήσεις στο τέλος του τρίτου τριμήνου. Οι ρυθμοί αύξησης υποχώρησαν, ωστόσο συνέχισαν να ωθούν τα μεγαλύτερα επίπεδα απασχόλησης και αγορών εισροών. Παρά τις επανειλημμένες διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού και την έντονη ζήτηση για εισροές, οι πιέσεις επί του κόστους υποχώρησαν περαιτέρω.
Οι ασθενέστερες αυξήσεις στις τιμές των προμηθευτών έδωσαν τη δυνατότητα στις εταιρείες να προσαρμόσουν τις τιμές τους ώστε να είναι πιο ανταγωνιστικές, καθώς επιβραδύνθηκε επίσης η αύξηση των χρεώσεων εκροών. Εντούτοις, οι τιμές πώλησης εξακολούθησαν να αυξάνονται με ιστορικά υψηλό ρυθμό σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη PMI, δεδομένου ότι, με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις της S&P Global Market Intelligence, ο ελληνικός ΔΤΚ (Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) θα αυξηθεί κατά 3,1% το 2025, υπερβαίνοντας τον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την ευρύτερη Ευρωζώνη.»