Με ισχυρή ώθηση από τις εξαιρετικές επιδόσεις του 2024, η διοίκηση της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας εμφανίζεται αισιόδοξη ότι και το 2025 θα διατηρήσει υψηλή κερδοφορία, ενισχύοντας παράλληλα την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Στις οικονομικές καταστάσεις της περσινής χρήσης, που υπογράφει ο νέος πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του κορυφαίου παίκτη στην ελληνική αγορά μπύρας, Sebastian Sanchez, αναφέρει χαρακτηριστικά πως «το αποτέλεσμα του πρώτου εξαμήνου του 2025 είναι επαρκώς κερδοφόρο».
Για τη χρήση του 2024, ο όμιλος Heineken, ιδιοκτήτης της ελληνικής θυγατρικής, θα εισπράξει μέρισμα 43,81 εκατ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 20% σε σύγκριση με τα 36,55 εκατ. ευρώ που είχαν διανεμηθεί την προηγούμενη χρονιά. Η αύξηση αυτή αντανακλά τα κέρδη-ρεκόρ της εταιρείας, τα οποία ανήλθαν σε 49,8 εκατ. ευρώ από 37,5 εκατ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας άνοδο 33%. Στα κέρδη προ φόρων, η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, 37%, με το σχετικό ποσό να φτάνει τα 66,27 εκατ. ευρώ έναντι 48,41 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Σύμφωνα με την έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, η θετική αυτή πορεία οφείλεται κυρίως στην αύξηση του όγκου πωλήσεων, παρά τις πιέσεις που άσκησαν οι υψηλότερες τιμές υλικών συσκευασίας.
Οι καθαρές πωλήσεις της εταιρείας αυξήθηκαν κατά περίπου 6%, αγγίζοντας τα 333,48 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές πωλήσεις, συμπεριλαμβανομένου του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, διαμορφώθηκαν στα 480,61 εκατ. ευρώ έναντι 454,78 εκατ. ευρώ το 2023. Η άνοδος αυτή ενίσχυσε και τα δημόσια έσοδα, καθώς ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης που κατέβαλε η εταιρεία αυξήθηκε κατά 5,2%, φτάνοντας τα 147,126 εκατ. ευρώ και αποδίδοντας στο κράτος επιπλέον 7,26 εκατ. ευρώ. Το κόστος κίνησης αποθεμάτων αυξήθηκε κατά 1,3%, ενώ οι λειτουργικές δαπάνες ενισχύθηκαν κατά 5%.
Στρατηγικά, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία συνεχίζει να εστιάζει σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Παρότι τα αποθέματα μειώθηκαν κατά 4,87% λόγω μικρότερης ποσότητας πρώτων υλών και μειωμένης παραγωγής σε εξέλιξη, η απώλεια αυτή αντισταθμίστηκε από την αυξημένη αξία και ποσότητα των προϊόντων Bacardi, ενδεικτικό της στροφής στο premium segment. Η εταιρεία διατηρεί ισχυρή οικονομική βάση, με ίδια κεφάλαια 169,67 εκατ. ευρώ και διαθέσιμα στο ταμείο ύψους 121,81 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024.
Ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο σημαντικές δικαστικές υποθέσεις, συνολικού ύψους άνω των 465 εκατ. ευρώ. Η πρώτη αφορά τη μακροχρόνια διαμάχη με τη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης (Βεργίνα), η οποία διεκδικεί αποζημίωση μεταξύ 181,84 και 195,46 εκατ. ευρώ, συν 831 χιλ. ευρώ για κόστος οικονομικού συμβούλου, λόγω φερόμενης παραβίασης του ανταγωνισμού. Η υπόθεση έχει περάσει από το Περιφερειακό Δικαστήριο και το Εφετείο του Άμστερνταμ, ενώ το Δικαστήριο της ΕΕ απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα τον Φεβρουάριο του 2025. Επόμενος σταθμός είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας, με απόφαση αναμενόμενη μετά τη γνωμοδότηση του εισηγητή στις 17 Οκτωβρίου 2025. Στο μεταξύ, το Περιφερειακό Δικαστήριο εξετάζει εκ νέου την υπόθεση, με νέα δικάσιμο στις 11 Νοεμβρίου 2025.
Η δεύτερη υπόθεση αφορά την Ολυμπιακή Ζυθοποιία, η οποία τον Δεκέμβριο του 2020 κατέθεσε αγωγή ύψους 261,8 εκατ. ευρώ εναντίον της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας και της Heineken, ισχυριζόμενη ζημία από παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Η διαδικασία έχει ανασταλεί εν αναμονή της κρίσης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ολλανδίας.
Για το 2025, η διοίκηση προβλέπει σταθερή κερδοφορία, βασιζόμενη στην ενδυνάμωση των μαρκών της, την εισαγωγή νέων προϊόντων, τον αυστηρό έλεγχο του λειτουργικού κόστους, τη διαχείριση ρευστότητας και πιστωτικού κινδύνου, καθώς και στις επενδύσεις στην τεχνολογία και το ανθρώπινο δυναμικό. Παράλληλα, η συμμετοχή της στο νέο «Σύστημα Επιστροφής Εγγύησης» για ανακύκλωση συσκευασιών αναμένεται να ενισχύσει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα.
Σημειώνεται ότι οι ορκωτοί ελεγκτές της Deloitte εξέδωσαν γνώμη με επιφύλαξη για τις οικονομικές καταστάσεις του 2024, καθώς οι φορολογικές χρήσεις 2021-2024 δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από τις αρμόδιες αρχές. Η εταιρεία δεν έχει προβεί σε εκτίμηση των πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων που ενδέχεται να καταλογιστούν, ούτε έχει σχηματίσει σχετική πρόβλεψη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλήρης διασφάλιση για το ύψος τυχόν μελλοντικής υποχρέωσης.