Πριν από το καλοκαίρι, όταν κάθε άνοδος στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου μεταφράζεται σε ανησυχία για το κόστος στην αντλία, η HELLENiQ Energy επιχειρεί να βάλει τέλος στη συζήτηση περί «ακριβών ελληνικών καυσίμων».
Από το βήμα της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης, ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Ανδρέας Σιάμισιης, υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη ως προς τις τιμές των καυσίμων, ενώ περιέγραψε το εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει σήμερα η αγορά διύλισης, με τις γεωπολιτικές κρίσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και τη μεταβλητότητα του αργού να κινείται σε πρωτοφανή επίπεδα.
«Οι τιμές δεν είναι υψηλότερες από την υπόλοιπη Ευρώπη»
Απαντώντας στην κριτική που επανέρχεται κάθε φορά που οι τιμές στα πρατήρια αυξάνονται, ο επικεφαλής της HELLENiQ Energy ξεκαθάρισε ότι οι τιμές εξόδου των ελληνικών διυλιστηρίων διαμορφώνονται με βάση τις ίδιες διεθνείς τιμές αναφοράς που ισχύουν σε ολόκληρη την Ευρώπη και, ως εκ τούτου, δεν είναι υψηλότερες από εκείνες των ανταγωνιστών τους.
Όπως εξήγησε, οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται εντός της χώρας οφείλονται κυρίως στο κόστος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η μεταφορά καυσίμων προς τα νησιά συνεπάγεται σημαντικά μεγαλύτερο κόστος διανομής σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, γεγονός που εξηγεί γιατί η τιμή στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι ίδια με εκείνη στην Κάρπαθο, τη Ρόδο ή άλλους νησιωτικούς προορισμούς.
Στο ίδιο πλαίσιο απέρριψε και τη θεωρία του λεγόμενου «rockets and feathers», σύμφωνα με την οποία οι τιμές ανεβαίνουν αμέσως όταν αυξάνεται το πετρέλαιο αλλά υποχωρούν με πολύ πιο αργό ρυθμό όταν οι διεθνείς αγορές αποκλιμακώνονται. Όπως υποστήριξε, η εξέλιξη των διεθνών τιμών Platts, των τιμών διυλιστηρίου και των λιανικών τιμών στα πρατήρια ακολουθεί διαχρονικά σχεδόν παράλληλη πορεία, με τις φυσιολογικές χρονικές καθυστερήσεις που απαιτούνται μέχρι να περάσουν οι μεταβολές της αγοράς στην αντλία.
«Δεν ισχυρίζομαι ότι η ενέργεια είναι φθηνή», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας όμως ότι αποκλίσεις της τάξης του ενός έως τριών λεπτών ανά λίτρο δεν αποτελούν ένδειξη στρέβλωσης της αγοράς, αλλά αντανακλούν κυρίως το κόστος μεταφοράς και διανομής.
Οι γεωπολιτικές κρίσεις αλλάζουν τα δεδομένα
Ο Ανδρέας Σιάμισιης περιέγραψε μια αγορά που λειτουργεί πλέον υπό συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και οι εμπορικές αντιπαραθέσεις δημιουργούν, όπως είπε, ένα περιβάλλον στο οποίο οι ανατροπές εμφανίζονται ξαφνικά και με πολύ μεγαλύτερη ένταση από ό,τι στο παρελθόν.
Αποτέλεσμα είναι η έντονη μεταβλητότητα στις τιμές του αργού. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρώτο εξάμηνο του 2026 η μέση τιμή του πετρελαίου διαμορφώθηκε περίπου στα 93 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το μέσο περιθώριο διύλισης κινήθηκε στα 12 δολάρια. Ωστόσο, οι μέσοι όροι δεν αποτυπώνουν τις έντονες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταβολή μόλις 10 δολαρίων ανά βαρέλι μπορεί να αλλάξει την αποτίμηση των αποθεμάτων της εταιρείας κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ, ενώ πλέον δεν θεωρούνται ασυνήθιστες διακυμάνσεις της τάξης των 20 ή ακόμη και των 30 δολαρίων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Επενδύσεις και ευελιξία για την ασφάλεια εφοδιασμού
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διοίκηση του ομίλου δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ευελιξία του συστήματος προμηθειών και στη διατήρηση υψηλής παραγωγικής ικανότητας των διυλιστηρίων.
Παρά τις εκτεταμένες προγραμματισμένες εργασίες συντήρησης, τα ελληνικά διυλιστήρια διατήρησαν παραγωγή περίπου 15 εκατ. τόνων, ενώ βελτιώθηκαν τόσο η ενεργειακή αποδοτικότητα όσο και οι περιβαλλοντικές επιδόσεις των εγκαταστάσεων. Παράλληλα, περισσότερο από το ήμισυ της παραγωγής –περίπου το 54%– κατευθύνθηκε στις διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνοντας τον εξαγωγικό προσανατολισμό του ομίλου.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας αργού. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία περίπου το 30% των αναγκών της εταιρείας καλυπτόταν από ρωσικό πετρέλαιο, όμως οι ποσότητες αυτές αντικαταστάθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αντίστοιχα, μετά τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, αναζητήθηκαν νέες πηγές προμήθειας, ακόμη και με αυξημένο κόστος, ώστε να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη λειτουργία των διυλιστηρίων, η επάρκεια της ελληνικής αγοράς και η συνέχιση των εξαγωγών.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται και οι σημαντικές επενδύσεις που ολοκληρώθηκαν το 2025, με κορυφαία τη μεγαλύτερη προγραμματισμένη συντήρηση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο διυλιστήριο της Ελευσίνας, καθώς και τις αντίστοιχες παρεμβάσεις στις υπόλοιπες εγκαταστάσεις του ομίλου.
Δυναμική παρουσία στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια
Αναφερόμενος στις εμπορικές δραστηριότητες, ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ Energy σημείωσε ότι η ΕΚΟ διατηρεί την πρώτη θέση στην ελληνική αγορά καυσίμων, τόσο στο δίκτυο πρατηρίων όσο και στους τομείς των αεροπορικών και ναυτιλιακών καυσίμων.
Ταυτόχρονα, ο όμιλος ενισχύει τη διεθνή του παρουσία, διαθέτοντας πλέον 336 πρατήρια σε Κύπρο, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βόρεια Μακεδονία. Το 2025 οι πωλήσεις στις αγορές αυτές ανήλθαν σε περίπου 2 εκατ. μετρικούς τόνους προϊόντων, ενώ το συγκρίσιμο EBITDA διαμορφώθηκε στα 89 εκατ. ευρώ.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε και στην επαναλειτουργία του αγωγού VARDAX προς τη Βόρεια Μακεδονία, ένα έργο που, όπως σημείωσε ο κ. Σιάμισιης, χρειάστηκε περίπου 13 χρόνια προσπαθειών για να ολοκληρωθεί και δημιουργεί πλέον νέες προοπτικές για την περαιτέρω ανάπτυξη της HELLENiQ Energy στην ευρύτερη αγορά των Βαλκανίων.